Ράδιο ἈνθοΕυωδίες

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Τί δεν βρήκε ο Βερέμης;

Ο Γιώργος Μιλτ. Σαλεμής σχολιάζει

Την προηγούμενη Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου, στους  Νέους Φακέλους του Παπαχελά, έλαβε χώρα μια ανεκδιήγητη συζήτηση με τον προκλητικό τίτλο «Αντέχουμε να συζητάμε την ιστορία μας;»

Προκλητικός και κάλπικος ο τίτλος γιατί η συζήτηση δεν ήταν γενικώς για τη συζήτηση της γενικής ιστορίας μας αλλά ήταν για την ταμπακιέρα, για τη σειρά του Σκάι που αυτοανακηρύχθηκε ως «ως η πληρέστερη καταγραφή της Επανάστασης του 1821».
Ευτυχώς το Αντίφωνο την ανάρτησε ευθύς αμέσως και δεν χρειάζεται να διηγηθούμε τα ανεκδιήγητα.

Μερικές επισημάνσεις θα κάνουμε μόνο και τα υπόλοιπα θα τα αφήσουμε στη κρίση σας.

Στη συζήτηση πήραν μέρος, ο «φοβερός» Θεσσαλονίκης Άνθιμος, ο φλογερός επιφυλλιδογράφος της Καθημερινής Γιανναράς, ο ιστορικός Β. Παναγιωτόπουλος και φυσικά ο αρχιμάστορας της σειράς ομότιμος καθηγητής ιστορίας Θάνος Βερέμης.

Ο Άνθιμος, όλοι το καταλάβαμε, είχε αναλάβει το ρόλο του «κατήγορου», του «σκληρού εισαγγελέα». Γρήγορα αποδείχθηκε Άν-θυμος. Στην αυστηρή πρόκληση του Παπαχελά «και χωρίς να μασάμε τα λόγια μας Σεβασμιότατε, υπάρχει συνωμοσία πίσω από όλα αυτά;» έσπευσε λιγωμένος να βεβαιώσει για το αντίθετο. Αν ήταν κανένας Μπουτάρης, καμία Κουτσίκου, κανένας άνθρωπος μεμονωμένος, πόσο εύκολα θα είχε βροντήξει τις ύβρεις και τους χαρακτηρισμούς!


Τώρα, μπροστά στον τσαούση του καναλάρχη...σούζα ο «μπουρλοτιέρης». Κάτι παραμυθάκια, κάτι στιχάκια,κάτι συναισθηματισμούς...η καλύτερη γελοιοποίηση της άποψης που κλήθηκε να υπερασπίσει. Και να μην πιστεύαμε ότι υπάρχει συνωμοσία ή δόλος πίσω από την άθλια αυτή σειρά η επιλογή του Άνθιμου μας έπεισε για το αντίθετο.
Να σκεφτείτε....δεν είχε δει τα επεισόδια!!!

Τα επεισόδια όμως δεν είχε δει κι ο Γιανναράς!!! Ο πάντα καλά ενημερωμένος, ο πάντα καλά μελετημένος, ο τελειομανής, ομότιμος καθηγητής...δεν είχε δει την ύλη που κλήθηκε να σχολιάσει!

Ω μοντιέ!

Δεν είχε λάβει γνώση του θέματος της συζήτησης! Να υποθέσουμε ότι ο Παπαχελάς...έσυρε κοτζάμ καθηγητή της φιλοσοφίας στο πάνελ; Αυτό πρόδιδε η ικετευτική και απολογητική δήλωση του καθηγητού στην αρχή; Να υποθέσουμε ότι δελεάστηκε από το κύρος των συνομιλητών, από το κλέος της εκπομπής, από την ακροαματικότητά της, από τις πωλήσεις που θα κάνει στα βιβλία του;
Τί εξηγεί - χωρίς να αθωώνει - τον εξευτελισμό;

Και αυτό ήταν μόνο η αρχή. Μετά ήρθε η πρόκληση, ο εμπαιγμός,από τον εν λόγω κύριο.
Ρώτησε τον τσαούση του καναλάρχη έμπλεος φιλοσοφικού λυρισμού:
-τί μας κάνει σήμερα να προβάλουμε τα αποδομητικά στοιχεία της ιστορίας;
Έλα ντε! Τί σε κάνει κ. καθηγητά και κάθε βδομάδα προβάλεις όλα τ’αποδομητικά στοιχεία του τόπου μας κι «ελληνεπώνυμους» μάς ανεβάζεις κι «ελληνώνυμους απάτριδες» μάς κατεβάζεις;

Μετά τον εμπαιγμό και την ύβρη πάντα έρχεται η νέμεση. Έτσι και τώρα.

Κάτι πήγε ν’ αρθρώσει περί αντιγραφής ξένων πολιτικών συστημάτων, νόμων, θεσμών αλλά εκεί τον περίμενε ο σεΐζης του καναλάρχη!
⁃    τί να διασώσουμε Χρήστο μου; υπήρχε τίποτα να διασώσουμε; τ’ αρματολίκια;
⁃    εγώ δεν ξέρω...έναν προβληματισμό θέτω....να το ψάξουμε...
⁃    μα ψάξαμε Χρήστο μου,ψάξαμε! Και δεν βρήκαμε τίποτα!


Ο «ωμότιμος» καθηγητής δεν βρήκε τίποτα! Και ο Γιανναράς δεν βρήκε τίποτα να του απαντήσει!
Ο Γιανναράς που έχει γράψει τόσα για το χράμι,το κεντημένο πουκάμισο, το βαρκάκι και την αρχοντιά την κατάτι ανώτερη εκείνης των Λουδοβίκων, δεν βρήκε τίποτα να πει!

Ούτε καν είχε την παλληκαριά να παραπέμψει στον Γ. Κοντογιώργη που τόσα έχει γράψει ο άνθρωπος για το Ελληνικά Κοσμοσύστημα!
Με τέτοιους ανθρώπους όχι σε άλλη κοινωνία δεν μπορούμε να πάμε αλλά ούτε μέχρι την Πάτρα και στο εκεί καρναβάλι.

Αλλά είπαμε,αυτοί κάνουν τη δουλειά τους. Κι εμείς τη δική μας!

Γι’ αυτό, ακόμα μια φορά, μένουμε στο 1821 και δημοσιεύουμε άλλα δυο κείμενα.
Εκεί μπορεί ο αναγνώστης να βρει ό,τι δεν βρήκαν ο Βερέμης και ο Γιανναράς.

Στο ένα φαίνεται, καθαρά και τεκμηριωμένα, ο ρόλος των ξένων και δη στις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τις σφαγές της Χίου και των Ψαρρών.
Και στο άλλο φαίνεται, ή καλύτερα λάμπει, ο τρόπος που αυτοδιοικούνταν τα νησιά μας!
Με τη Βουλή η οποία συνεδρίαζε στην Εκκλησία και έπαιρναν μέρος όλοι ακόμα και οι πρόσφυγες και οι Λιάπιδες,(τότε είχαν πολιτικά δικαιώματα! πού είσαι Άδωνη να σχίσεις τα ρούχα σου) η οποία είχε πολιτικό και στρατιωτικό νου και μπορούσε να μελετήσει εναλλακτικά σενάρια και στρατηγικές, η οποία είχε ομόνοια και αποφασιστικότητα, ήθος, τιμή και παλληκαριά!
Που έλεγε «ελευθερία η θάνατος» και δεν ήταν μια κουβέντα αλλά το εννοούσε!
Τ’ αφιερώνουμε στης διανόησης την «ολόμαυρη ράχη»!

Βολίζουν τα νερά

Όταν η τούρκικια αρμάδα βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη για να μπαρκάρει, καθώς είπαμε, ασκέρια, φουντάρει όξω από το λιμάνι των Ψαρών ένα βασιλικό καράβι. Ο καπετάνιος του στέλνει στην ξηρά το δραγουμάνο του και γυρεύει ν' ανέβουν αμπόρντο αποσταλμένοι τους να τους μιλήσουν.
Η Βουλή διόρισε δύο νησιώτες, που ο ένας απ' αυτούς είταν ο Κυριάκος Μαμούνης, να πάνε να δούνε τι τους θέλει. Ο φραντσέζος, ύστερις από τις συνηθισμένες τσιρμόνιες, φανερώνει το στοχασμό του:
-Ήρθα για να σας πω ποιες και πόσες ετοιμασίες κάνει το Ντιβάνι για να σας χτυπήσει.
Αφού τους τα εξιστόρησε όλα λεπτομερώς, τους λέει τάχατες φιλικά:
- Καθώς βλέπετε, στέκεται των αδυνάτων αδύνατο ν' αντιβγείτε σε τέτοια αρμάδα με τόσο ασκέρι. Μια συμβουλή έχω να σας δώσω' να μπείτε στα καράβια σας και να παρατήσετε έρημο το νησί σας. Τούτη είναι κ’η επιθυμία του καπουτάν πασά,που δε θέλει να χυθεί άδικα αίμα.
- Εμείς, του αποκρίθηκε ο Μαμούνης, θα πολεμήσουμε όσα κι αν είναι τα καράβια και τ' ασκέρια πού θα ρίξει πάνω μας ο οχτρός. Κάλλιο έχουμε να γίνει στάχτη στο νησί μας, παρά να το παρατήσουμε και να φύγουμε. Και για το αίμα που μας λες πως θα χυθεί, σ' αποκρινόμαστε πως αυτό δε θά’ναι μονάχα ελληνικό μα και τούρκικο.
Κι όσο που κουβέντιαζαν πάνω στην κουβέρτα «εξήλθον του δωματίου του πλοιάρχου τρεις Οθωμανοί εις το κατάστρωμα» γράφει ο Νικόδημος «ενδεδυμένοι ασιατικά  μεγαλοπρεπή ενδύματα, και καθήσαντες επί ανακλίντρου εις την πρύμνην,έβλεπον με βλοσσυρόν  όμμα  τους  ψαριανούς, οίτινες  τους  ανταπέδιδον τα ίσα χωρίς να έλθωσιν εις ομιλίας.  Εξελθόντες οι απεσταλμένοι ανήγγειλαν ταύτα εις την βουλήν των, ήτις εννόησεν ότι το γαλλικόν τούτο πλοίον επέμφθη από τον Καπετάν - πασσά και ότι οι Οθωμανοί εστάλησαν δια να κατασκοπεύσωσι τα Ψαρά».(Απομνημονεύματα Ναυάρχου Νικοδήμου)
Και σε λίγο, στις 10 του Ιούνη, όταν ο Χοσρέφ είταν αραγμένος σαράντα μονάχα μίλια μακριά από τα Ψαρά, στο   Σίγρι της Μυτιλήνης, μια γαλλικιά πολεμικιά κορβέτα έκανε το γύρο του νησιού και βόλισε τα νερά. «Οι ψαριανοί» λέει ο Νικόδημος «βλέποντες την καταμέτρησιν των υδάτων της νήσου των επί της εποχής καθ’ ην ο εχθρικός στόλος ευρισκόμενος απέναντι αυτών τους επαπειλεί ετοιμαζόμενος, έπεμψαν απεσταλμένους από μέρους της βουλής προς τον πλοίαρχον του πολεμικού πλοίου παρακαλούντες αυτόν να παύση την καταμέτρη των υδάτων εις τοιαύτην εποχήν' άλλα δεν εισηκούσθησαν, διότι ο Γάλλος πλοίαρχος περιήλθε τα Ψαρά και καταμέτρησε το βάθος της θαλάσσης».
Τούτη η κατηγορία είναι τόσο βαρειά, που η μαρτυρία του Νικόδημου, αν και βρισκόταν τότες στα Ψαρά, λέμε πως δε φτάνει. Τη βεβαιώνουν όμως τόσο ο Σπηλιάδης  όσο κι ο Αλεξ. Σούτσος που γράφει: «Γαλλική τις δίκροτος ναυς, αμιλλωμένη προς εκείνο το υπέρ του Κάραλη σπεύσαν εις Χίον Αγγλικόν πλοίον, εφάνη πέριξ των Ψαρών καταμετρούσα τα βάθη των υδάτων, και μετ' αυτής άλλη τις Οθωμανική μακρόθεν κατασκοπεύουσα τον λιμένα».
Ίσως όμως πεις, πως άμα ξεσπάσει κάπου η συμφορά ο καθένας βρίσκει κάποιον να κατηγορήσει. Σε τούτη όμως την περίσταση υπάρχει ένα ντοκουμέντο που κανείς δεν μπορεί να το βγάλει σκάρτο, όπως τυπώθηκε πριν από την καταστροφή των Ψαρών. Στο φύλλο αριθ. 27 της εφημερίδας της Ύδρας «Ο φίλος του Νόμου» δημοσιεύτηκε στις 16 του Ιούνη, δηλαδή πέντε ολόκληρες μέρες  πριν από το θανάσιμο χτύπημα του Χοσρέφ, τούτο δω το γράμμα του «Γενικού Γραμματέως  Μυκώνου και Σύρας προς την Αστυνομίαν της Ύδρας» :
«Ταύτην την στιγμήν έφθασεν εις τον λιμένα μας (στη Σύρα) Ιονικόν πλοίον εκ Ψαρρών λείπον από την 12 (Ιουνίου) και μας λέγει... ότι τη 10 ιδίου περιήλθε την νήσον Ψαρρών Γαλλική φρεγάτα παρατηρούσα, εις δε τον όπισθεν λιμένα κατά το δυτικοβόρειον  (Νord - Ouest)  βολίζουσα:  (σκανδαλίζουσα)  τα νερά».
Εξόν από τούτες τις άσειστες μαρτυρίες έχουμε και μιαν άλλη ακόμα, του Raffenel, που κείνο τον καιρό υπηρετούσε στο γαλλικό προξενείο της Σμύρνης. Ορίστε τι γράφει:
«Ο Χοσρέφ πασάς, που φιλοδοξούσε ν’ ανακηρυχτεί σ’ όλη την Ανατολή νικητής των ψαριανών, καθόταν στη Μυτιλήνη μην ξέροντας τί να κάνει.... Στη δύσκολη κείνη ώρα, ο καπουτάν - πασάς έγραψε στους καλούς του φίλους στη Σμύρνης ( στους λεβαντίνους δηλαδή), που του είχανε προσφέρει πολλές παρόμοιες υπηρεσίες. Στη μεσολάβηση των άτιμων αυτών πρακτόρων χρώσταγε την επιτυχία του να’ρθει σ’ επαφή με τους προδότες που βρίσκονταν στα Ψαρά. Ένα καράβι μ’ ουδέτερη σημαία βοήθησε στις εγκληματικές αυτές ίντριγκες. Ερεύνησε τ’ ακρογιάλια των Ψαρών κ’οι ίδιοι εκείνοι άνθρωποι που αγόρασαν τον Κόττα για λογαριασμό του Τούρκου ναύαρχου, μελέτησαν με την κάθε λεπτομέρεια τα μέσα άμυνας του νησιού` σχεδίασαν τις οχυρώσεις και τις μπαταρίες του, υπόδειξαν τα μέρη όπου μπορούσε να γίνει απόβαση και τ’ αλλά που είταν λιγότερο κατάλληλα . Φανέρωσαν δηλαδή στον καπουτάν πασά το δρόμο που έπρεπε ν’ ακολουθήσει και στάθηκαν οι κύριοι υπεύθυνοι της καταστροφής των Ψαρών»
Αυτός ο τίμιος γάλλος, ο Raffenel, όχι μονάχα γυρίζοντας στο Παρίσι από τη Σμύρνη δημοσίευε το γεμάτο αγάπη για τον αγώνα μας βιβλίο του, μα παρατώντας και διπλωματική καριέρα και καθετί άλλο, κατέβηκε στην Ελλάδα να πολεμήσει μαζί μας. Μπήκε με τον Φαβιέρο στην Ακρόπολη, όπου και σκοτώθηκε από μπάλα τούρκικου κανονιού.
Τη Γαλλία του Raffenel, μάλιστα, να την τιμούμε! Η Γαλλία όμως των χρυσοφορεμένων γαλονάδων, που για τα συμφέροντα των λεβαντίνων εμπόρων Σμύρνης έπαιξε ένα τέτοιο μπαμπέσικο ρόλο στα Ψαρά — περίμενε να δεις και παραπέρα — δε χρειάζεται μήτε σ’ εμάς μήτε στον κόσμο. Το μεγαλύτερο λάθος που μπορούμε να κάνουμε είναι, να κοιτάμε μονοκόμματα είτε το καλό είτε το κακό. Κι αυτό ας τό’ χουμε γράδο για όλους τους τόπους κι όλες τις εποχές.Η μεγάλη απόφαση

Όταν  οι ψαριανοί είδανε πως η αρμάδα του Χοσρέφ, με τόσα τρανσπόρτα, φουντάρησε στο  Σίγρι της Μυτιλήνης, κατάλαβαν πια πως πάνω τους θα ξαπόλαγε το ντοβλέτι τ’ αστροπελέκι του. Κάνανε λοιπόν, την Κυριακή 8 του Ιούνη, (1824) σύναξη στην εκκλησιά του Αϊ Νικόλα να πάρουνε απόφαση. Μελέτησαν το πρόβλημα απ’ όλες τις μεριές.
1.— Να παρατήσουν το νησί τους και να μπούνε στα καράβια τους να φύγουν. Μ’ ένα στόμα τ’ αρνήθηκαν όλοι.
2.— Αν ίσαμε τη στιγμή που ο οχτρός θα χτύπαγε φτάνανε τα υδραίικα και τα σπετσιώτικα καράβια, να δοκιμάζανε ή όχι την τύχη τους στη θάλασσα;
Όλοι, πάλι μ’ ένα στόμα, πρόκριναν να δίνανε, μαζί με τους συμμάχους τους, στη θάλασσα τον πόλεμο.
3— Αν ως την κρίσιμη ώρα δεν έρχονταν οι υδραίοι κ' οι  σπετσιώτες, τότες έπρεπε στην ξηρά ή στη θάλασσα ν' αντιβγούνε στον Χοσρέφ; Καθώς καταλαβαίνεις, η απόκριση στο τρίτο τούτο ρώτημα στεκόταν η πιο δύσκολη κ' οι γνώμες διχάστηκαν. Άλλοι λέγανε πώς δεν είχανε την παραμικρή ελπίδα να ρισκάρουν την τύχη τους με τα λιγοστά τους καράβια σε κοτζάμ αρμάδα κι άλλο πάλι υποστήριζαν πως σ’ αυτά και πουθενά άλλου βρισκόταν η σωτηρία. Με τούτη τη γνώμη είταν κι ο Κανάρης.
Πάνω στο νησί ανάσαιναν τότες ίσαμε τριάντα χιλιάδες ψυχές. Απ’ αυτές οι έξη χιλιάδες είτανε ψαριανοί, χωρισμένοι σε χίλιες διακόσιες δέκα φαμελιές κ' οι άλλοι πρόσφυγες από τη Χίο, τ’ Αϊβαλί, τα Μοσχονήσια και πολλά άλλα μέρη της Ανατολής. Εξόν από δαύτους βρίσκονταν τότες στα Ψαρά κ’ ίσαμε χίλιοι ακόμα λιάπηδες, μισθοφορικά δηλαδή ασκέρια από μακεδόνες, θεσσαλούς και ρουμελιώτες, απ’ όσους συναντήσαμε, σ' εκείνα πού ανιστορήσαμε πιο πριν στη Σκόπελο και στη Σκιάθο. Μην έχοντας, ξεπατρισμένοι καθώς είταν, καν το ταΐνι τους ασφαλισμένο, μπήκανε στη δούλεψη των ψαριανών, να προστατέψουν σ’ ώρα ανάγκης το νησί όταν πελάγιζαν οι άντρες με τα καράβια.
Τόσο λοιπόν οι πρόσφυγες όσο κ’ οι λιάπηδες άκουσαν με υποψία τα λόγια κείνων πού γύρευαν να πολεμήσουνε στη θάλασσα. Φοβόνταν μην τυχόν και τους παρατήσουν σύξυλους πάνω στο βράχο, αν στον άνισο αγώνα νικιόνταν τα ψαριανά καράβια. Και γι' αυτό είπανε:
— Μιας και πήραμε την απόφαση να κρατήσουμε το νησί, το σωστό στέκεται νά’ χουμε την ίδια τύχη όλοι.
— Τί λέτε τότες να κάνουμε;      
— Να ξαρματώσετε τα καράβια σας και να βάλουμε τα κανόνια τους στα πίζουλα μέρη όπου μπορεί να κάνει ντισμπάρκο ο Τούρκος. Καθώς μικρό το νησί κι αφιλόξενες κατά την τραμουντάνα και την όστρια οι ακρογιαλιές έχουμε βάσιμες ελπίδες να γαμήσουμε το κέρατο του Τοπάλ αν γυρέψει να κάνει ντισμπάρκο.
Με τούτη τη γνώμη τάχθηκαν και πολλοί ψαριανοί κ’ έτσι αποφασίστηκε φανερώσουν στήθος στον Χοσρέφ στην ξηρά κι όχι στη θάλασσα. Και για νά’ναι σίγουροι πως όλοι θ’ ακολουθήσουν, πρόσταξαν να βγάλουν από τα καράβι τιμόνια, εξόν από πέντε που θά τα κράταγαν αρματωμένα   να βοηθήσουν τα μπουρλότα.
Ας ρίξουμε τώρα μια ματιά στη χάρτα του νησιού...για να πάρουμε μιαν ιδέα για τα δυνατά και τ' αδύναμα μέρη.
Το πλάτος των Ψαρών δεν ξεπερνάει τα εφτάμιση χιλιόμετρα και το μάκρος τους τα οχτώμιση. Ο περίγυρος τους φτάνει τα δεκαπέντε μίλια. Από τον κάβο του Άϊ Γιώργη, που βρίσκεται στην όστρια, ίσαμε την πούντα του Ρούσου, τραμουντάνα, ο γιαλός είναι πρόσφορος για ντισμπάρκο. Αποκεί ως τον κάβο του Μαρκάκη γίνεται απόβαση, μονάχα άμα δε φυσάει μελτέμι κ’ είναι η θάλασσα γυαλί. Από του Μαρκάκη ίσαμε το Πρασονήσι κι αποκεί ως τον Άι  Γιώργη πέρ λεβάντε δηλαδή, λογάριαζαν οι ψαριανοί πως δε γίνεται ντισμπάρκο κι αν είναι γαλήνη. Βρίσκουνται βέβαια ένα - δυο μέρη όπου σ’ αυτά μπορούν γιαλώσουν μικρά πλεούμενα, μ’ από πάνω τους κρέμουνται άγρια βράχια και στέκεται δύσκολο τ’ ανέβασμα.
Βάλανε λοιπόν όλη την προσοχή τους στο πως θα ταμπουρώσουν τα πίζουλα μέρη, αφήνοντας ολότελα σχεδόν απροστάτευτα τ' άλλα. Τούτο, καθώς θα δούμε, στάθηκε το δεύτερο λάθος τους γιατί αποκεί θα πατήσει ο οχτρός το νησί. Ένας Ευρωπαίος πού επισκέφτηκε τα Ψαρά αμέσως έπειτα από την καταστροφή τους γράφει πως είχανε βίγλες παντού εξόν εκεί όπου γίνηκε η απόβαση «όπως το μέρος αυτό είναι φημισμένο γι’ απροσπέλαστο».
Ταιριαστά με την απόφαση που πήραν, ξεγύμνωσαν τα καράβια από τα τόπια τους, τα κατέβασαν στην ξηρά και τα στήσανε, μαζί μ’ ογδοντατέσσερα βρίσκονταν από πριν, σε τριάντα τέσσερις ντάπιες, αραδιασμένες από τον Άι Γιώργη ως τον κάβο του Αδάμ. Τα εκατόν εβδομήντα τρία αυτά κανόνια, μαζί μ' εκείνα πού απόμειναν στα καράβια ανέβαιναν σε 310, τα κουλάντριζαν ψαριανοί.
Τα εννιά μπουρλότα τους, που μονάχα μ’ αυτά θ’ αντιβγαίνανε στη θάλασσα, τα τάξανε σε δυο μέρη. Τα τέσσερα — του Κανάρη, του Βρούλου, του Μανιάτη και του Μαμούνη — στο λιμάνι και τ’ αποδέλοιπα πέντε — του Παπανικολή,του Νικόδημου, του Κουτσοδόντη, του Καλάρη, του Βρατσάνου — στο Φτελιό. Τα τρία από τα πέντε καράβια που κράτησαν αρματωμένα τα βάλανε στο λιμάνι της πολιτείας και τ' αλλά δυο στο «λιμάνι του νησιού», που βρίσκεται περ πουνέντε του άλλου, νά’ ναι έτοιμα να σηκωθούνε στα πανιά να βοηθήσουν τα μπουρλότα.
Τα ξαρμάτωτα καράβια τα τάξανε κι αυτά στα δυο λιμάνια με τέτοιο  τρόπο, να μπορούν, αν η ανάγκη το καλούσε, να βαρέσουν τον οχτρό με τα λιγοστά κανόνια που τους άφησαν.
Εξόν από 250 μαρινάροι που απόμειναν στα μπουρλότα και στα πέντε αρματωμένα καράβια, όλοι οι άλλοι, ίσαμε 1250, θα πολέμαγαν στην ξηρά μαζί με τους καπετάνιους και τους κομαντάντηδές τους. Δίπλα τους θ’ αγωνίζονταν, εξόν από τους λιάπηδες, κι ως οχτακόσιοι πρόσφυγες. Δηλαδή τ’ ασκέρι τους, κράταγε στήθος στις δεκαπέντε χιλιάδες του Χοσρέφ, μόλις ξεπέρναγε τις τρεις χιλιάδες.
Το πιο δυνατό από φυσικού του μέρος του νησιού είταν το Παλιόκαστρο. Αν είχανε φροντίσει να σηκώσουνε στο λαιμό τούτου του κάβου ένα τειχί της προκοπής, όπως το στοχάστηκαν από την αρχή του σηκωμού μα ποτές σε το βάλανε σε πράξη, ίσως να στεκόταν άπαρτο το νησί τους. Θα κλείνονταν σ’ αυτό και στήνοντας τα τόσα κανόνια τους όχι μονάχα κατά τη θάλασσα μα και την ξηρά, κ’ έχοντας τα καράβια προστατευμένα στο λιμάνι, θα μπόραγαν να κρατήσουν στο μπλόκο του Χοσρέφ.
Πάνω στο Παλιόκαστρο βρίσκονταν δυο εκκλησάκια`του Άι Γιάννη και της Άγιας Άννας. Το μόνο λοιπόν που φτιάσανε είτανε να μερεμετίσουν κάπως τις μάντρες τους και να στήσουνε κανόνια. Μέσα στον περίβολο βρισκόταν και μια παλιά στέρνα, πού την είχανε κάνει μπαρουταποθήκη τους. Αυτό στεκόταν το «κάστρο» που θά’ γραφε με πύρινα γράμματα στον ουρανό του Αιγαίου, πως το «ελευθερία ή θάνατος» δεν είτανε μια κουβέντα.

«Κανάρης» του Δημήτρη Φωτιάδη σελ.233-238 εκδ. Β.Ε.Κ. 1960