Ράδιο ἈνθοΕυωδίες

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Χριστούγεννα

Κώστας Κρυστάλλης

Πολλοὶ ποιμένες συνεκεντρώθηκαν τὴν νύκτα τῶν Χριστουγέννων
εἰς μίαν στάνην Ἠπειρωτικοῦ χειμαδιοῦ.


Ρίχνετε ἀκόμα στὴ φωτιὰ κλαδούρια, ρίχνε, Χρῖστο,
σ’ ἔκαψε κεῖνο τὸ δαυλί, γερο Καψάλη; σβῆστ’ το.
Νάσο, πετάξου ἐσὺ νὰ ἰδῇς τὰ ζωντανὰ στὴ στάνη
καὶ τί καιρὸς θὰ κάνῃ.

- Κὺρ Τάκη, ξεφεγγάρωσε καὶ μὲ τὸ χιόνι τώρα,
ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη μιὰ χαρὰ ἀσπρίζει ἡ Βαλαώρα*.
Κι εἶναι μιὰ βούβαση βαθειὰ στὴ γῆ, στὰ οὐράνια πάστρα,
καὶ λάμπουν πλήθια τ’ ἄστρα.



Τὰ ζωντανὰ μὲς στὸ μαντρὶ κλειστὰ καταλαγιάζουν,
στὸν τσάρκο* κάπου μοναχὰ μικράκια ἀρνιὰ βελάζουν.
Εἶναι τὰ γκρέκια* τους ζεστὰ καὶ τρῶν κλαρὶ τὰ πρᾶτα
κομμένο ἀπ’ τὰ ζεβάτα.

- Τώρα σταθῆτε ὁλόγυρα, παιδιά, καὶ ἀκουρμαστῆτε*
τοῦ κόσμου ὁ Ἀφέντης ὁ Χριστὸς - νὰ μὴ τὸ λησμονῆτε -
γεννήθηκε σὲ μιὰ σπηλιά, ποὺ ζωντανὰ μαντρίζουν,
τ’ ἀρνιὰ Τὸν χουχουλίζουν*.

Μέσ’ ἀπὸ κείνη βλόγησε κάθε βοσκοῦ κοπάδι
καὶ σὰν ἀπόψε ἀόρατος, γυρνᾷ μέσ’ στὸ σκοτάδι,
καὶ παίρνει ἀράδα τὰ μαντριά, κοπάδια ὅπου φυλᾶνε
ρωτῶντας πῶς περνᾶνε.

Καὶ τοῦτο ἀκουρμαστῆτέ το - δὲν εἶναι παραμύθι - ,
κατόπι ἀπ’ τὰ μεσάνυχτα καὶ μὲ τὸ πρῶτο ὀρνίθι,
τὴ μάντρα ἕνα Χριστόψωμο νὰ γλείψουν, φέρτε γύρα,
γαλάρια ἀρνιὰ καὶ στεῖρα.

Τί ἐμάθαν τὸν Ἀφέντη μας, ὁπώγλειψε στὰ γέννα
καὶ τὸ θυμοῦνται χρονικῆς, παιδιά, τὰ βλογημένα,
κὶ ἂν δὲν τὸ γλείψουν τὸ ψωμί, τὴν ὥρ’ αὑτὴ βελάζουν,
σὰ γνωστικὰ ἀνακράζουν.

Καὶ τώρα φέρτε τὰ δεντρὰ καὶ τὸ κρασί, τὸ λάδι,
γιὰ νὰ παντρέψω τὴ φωτιά, ἀκόμ’ αὐτὸ τὸ βράδυ,
τί γέρασα κι εἶν’ ἄγνωρο τοῦ χρόνου τί μὲ βρίσκει·
λίγη ζωὴ μοῦ μνήσκει*.

Πρῶτα παντρεύω τὴ φωτιὰ μὲ τοῦτο τὸ πουρνάρι,
ὁπώχει τὸ κορμὶ στοιχειὸ καὶ δράκο τὸ κλωνάρι,
ὡσὰν αὐτὸ χιλιόχρονη νὰ ζῇς, νὰ μὴ γεράζῃς,
νὰ καῖς παντοῦ, νὰ βράζῃς.

Σοῦ δίνω καὶ τὸν πλάτανο μὲ τὰ πλατιὰ τὰ φύλλα,
παντοῦ ν’ ἀπλώνῃς γύρα σου καὶ στὰ ψηλὰ καπνίλα,
νὰ δείχνεσαι πὼς πάντα ζῇς καὶ ζοῦν μαζί σου ἀνθρῶποι,
σὲ πόλι ἢ βοσκοτόπι.

Ἀπὸ τὴν στρουγγοκάλυβα ποτὲ νὰ μὴ μοῦ λείπῃς,
τί μοῦ εἶσαι τῆς χαρᾶς ζωὴ κι ὀχτρος τρανὸς τῆς λύπης.
Νὰ σ’ ἀνακράζω νὰ μ’ ἀκοῦς, νὰ βράζῃς νὰ μοῦ κραίνῃς*
γλυκὰ νὰ μὲ θερμαίνῃς.

Νὰ ζήσετε χρόνια πολλὰ κι ἀπίκραντα, παιδιά μου,
σὰν τὰ ρουπάκια τοῦ Ζυγοῦ, σὰν τὰ βουνὰ τοῦ Γράμμου.
Νὰ μὴ σᾶς εὕρουνε ποτὲς τὰ ἔρημα τὰ γέρα !...
- Νὰ ζῇς καὶ σύ, πατέρα !