Ράδιο ἈνθοΕυωδίες

Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

Ἥρωες ὑπομονῆς

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
στον ιερό ναό του Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης 29-5-1983)


ΘΑ ῥίψω, ἀγαπητοί μου, ἕνα λακωνικὸ σύν­θημα. Καὶ θὰ παρακαλέσω ὅλοι, ἄντρες καὶ γυναῖκες, νὰ τὸ προσέ­ξετε καὶ ν’ ἀνταποκριθῆτε σ’ αὐτό. Τὸ σύνθημα εἶνε· Φανῆτε ἥρωες! Διότι ζοῦ­με σὲ χαλεποὺς καιρούς. Φανῆτε ἥρωες! Κι ὅταν λέγω ἥρωες τί ἐννοῶ;

Ἄλλη γλῶσσα ἔχει ὁ κόσμος, ἄλλη ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί· ἄλλο τὸ λεξιλόγιο τοῦ κόσμου, ἄλ­λο τὸ λεξιλόγιο τοῦ Θεοῦ. Ἥ­ρω­ας στὴ γλῶσ­σα τοῦ κόσμου εἶνε ἐκεῖνος ποὺ ὡ­πλισμένος ἀγωνίζεται μὲ γενναιότητα, ὑ­περασπίζει τὴν πα­τρίδα, νικᾷ καὶ θριαμβεύει, καὶ ἡ πατρὶς εὐ­γνωμονοῦσα τοῦ στήνει ἡρῷο καὶ ἄγαλμα. Στὴ γλῶσ­σα τοῦ Θεοῦ, στὴ γλῶσσα τῆς πίστε­ως, ὁ ἥ­ρωας παίρνει ἄλλη ἔννοια· προσ­λαμβάνει βά­θος καὶ ἔκτασι, ἀνάγεται σὲ ἐπίπεδο ὑψηλό­τερο καὶ πνευματικώτερο. Ἥρωας ἐδῶ εἶ­νε ὄχι ἐ­κεῖνος ποὺ νικᾷ ἁπλῶς ἐξωτερικοὺς ἐ­χθρούς, ἀλλ’ ἐκεῖνος ποὺ νικᾷ τοὺς τρεῖς μεγάλους ἐ­χθροὺς τοῦ ἀνθρώπου· τὴν σάρκα, τὸν κόσμο, καὶ τὸν διάβολο. Ἡ μεγαλυτέ­ρα νίκη εἶ­νε νὰ νικήσῃ καν­εὶς τὰ πάθη του. Ὅπως ἔλεγαν καὶ οἱ πρόγονοί μας, ὑψίστη νίκη εἶνε «τὸ νικᾶν ἑαυτόν», νὰ νικᾷ καν­εὶς τὸν κακὸ ἑαυτό του.

Ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτὴ ἥρωας εἶνε ὁ Χριστι­ανὸς μαχητής. Κι ὅπως ὁ στρατιώτης εἶνε ὡ­πλισμένος μὲ ὅπλα, ἀμυντικὰ καὶ ἐπιθετικά, ἔτσι καὶ ὁ Χριστιανὸς ποὺ ἑλκύεται ἀπὸ τὸν ἡ­ρωισμὸ τῆς ἁγιότητος· διότι ἥρωας ἴσον ἅγι­ος καὶ ἅγιος ἴσον ἥρωας, τὸ ὑψηλότερο εἶδος ἡ­ρωισμοῦ εἶνε ἡ ἁγιότης. Ὅποιος λοιπὸν θέλει νὰ γίνῃ ἥρωας τῆς ἁγιότητος, πρέπει νὰ εἶνε ὡπλισμένος μὲ ἱερὰ ὅπλα.

Ἕνα δὲ ἀπὸ τὰ ὅπλα αὐτὰ ποὺ πρέπει νὰ ἔ­χῃ ὁ Χριστιανός ―ὅπλο δυστυ­χῶς σήμερα σκουριασμένο, μὲ τὸ ὁποῖο ὅμως οἱ Χριστιανοὶ τῶν πρώτων αἰώνων νικοῦ­σαν―, εἶνε ἡ ὑπομονή!



Ὅταν οἱ κουλτουριάρηδες, οἱ ἄθεοι καὶ ἄ­πιστοι ἀκοῦνε τώρα τὴ λέξι αὐτή, χλευάζουν καὶ μυκτηρίζουν τὸν χριστιανισμό, διότι στὸ λεξιλόγιό του περιέλαβε τὴν ὑπομονή. Ἀλλ’ ἂς μὴ μᾶς ἐπηρε­ά­ζῃ ἡ γνώμη τους. Τὸ Εὐαγγέλιο κατατάσσει τὴν ὑπομονὴ μετα­ξὺ τῶν πρώτων ἀρε­τῶν· τὴν θεωρεῖ θεμελιώ­δη. Οἱ κατήγοροι λένε· Ὄχι ὑπομονή· ἐμεῖς ἀντιθέτως, ἐπανάστασι, ἐπίθεσι, γροθιά, φωτιά!… Κα­τηγοροῦν τὴν πίστι μας, ὅτι ἀνέχεται τὴν κα­κομοιριά, τὴ δουλεία, τὴν ἐκμετάλλευσι, τὴ φτώχεια, τὴν ἀδικία. Ἐμεῖς, λένε, δὲν θέλουμε ὑπομονὴ καὶ πραότητα· κηρύττουμε ἐξέγερσι, διεκδίκησι, σύγκρουσι, βία· μόνο ἔ­τσι θὰ πάῃ μπροστὰ ὁ κόσμος…

Τί ἔχουμε ν’ ἀπαντήσουμε, ἀγαπητοί μου; Ἀπαντοῦμε, ὅτι ἡ ὑπομονὴ δὲν εἶνε ἀδυναμία τῶν δούλων, ὅπως λένε αὐτοί. Εἶνε δύναμις τῶν ἐλευθέρων καὶ ἀληθινὰ ἡρωικῶν ψυχῶν. Εἶνε ἡ καρτερία, ποὺ ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας. Εἶνε ἡ ἀντοχὴ τῆς ψυχῆς στὶς ἀν­τι­ξοότητες, ποὺ τὴν κάνει νὰ μὴ πτοῆται ἐμ­πρὸς σὲ δοκιμασίες καὶ ἐμπόδια, ἀλλὰ νὰ τὰ ὑ­περπηδᾷ ὅλα καὶ νὰ βγαίνῃ νικήτρια. Ἡ ὑπομο­νή, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν ἐπιμονή, ὁ­δηγεῖ στὴν ἐπιτυχία. Ἡ ὑπομονὴ εἶνε ἡ ἀρετὴ ποὺ συνέστησε ὁ Κύριος ὅταν εἶπε· «Ὁ ὑπο­μείνας εἰς τέλος οὗτος σωθήσεται» (Ματθ. 10,22· 24,13).

Λοιπόν, φανῆτε ἥρωες μὲ ὅπλο τὴν ὑπομο­νή. Χωρὶς ὑπομονὴ δὲν ἐπιτυγχάνεται τίποτα. Τὸ μήνυμα αὐτὸ ἀκούγεται τώρα καὶ ἀπὸ τὸ σημερινὸ εὐαγγέ­λιο.

Ἡ Κυριακὴ αὐτή, ἀγαπητοί μου, προβάλλει ἐμπρός μας ἕνα τέτοιον ἥρωα. Ποιός εἶνε αὐ­τός; Εἶνε ἕνας ἀσθενής. Στὴν ἀρχὴ βεβαίως εἶχε κι αὐ­τὸς τὴν ὑ­γεία του. Ἀλλὰ ―πῶς μεταβάλλονται τὰ ἀνθρώπινα!― κάποια στι­γμὴ ἔ­πεσε στὸ κρεβάτι παράλυτος· εἶχε προσ­βλη­θῆ ἀ­πὸ γενικὴ παράλυσι. Πόδια εἶχε καὶ πό­δια δὲν εἶχε, χέρια εἶχε καὶ χέρια δὲν εἶχε. Ἦ­ταν ἕ­νας ἄταφος νεκρός. Καὶ πόσον καιρὸ ἔ­ζησε ἔτσι; Ὄχι ἕνα καὶ δύο, ἀλλὰ τριανταοχτὼ ὁ­λό­κληρα χρόνια, ἦ­ταν κατάκοιτος ἐπάνω στὸ κρεβάτι. Ὁποιοσδήποτε ἄλλος στὴ θέσι του θὰ γόγγυζε, θὰ βλασφημοῦσε, θὰ καταριόταν, δὲν ἀποκλείεται καὶ ν’ αὐτοκτονοῦσε. Αὐτὸς δὲν παραπονέθηκε ἐναντίον τοῦ Θεοῦ· ὑπέμενε καρτερικῶς καὶ ἀνδρείως ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα. Καὶ ἐνῷ ἔβλεπε ἄλλους νὰ θεραπεύωνται, διότι προλάβαιναν κ’ ἔπεφταν πρῶ­τοι στὴν κολυμβήθρα, αὐτὸς παρέμενε ἔτσι. Μέσ᾽ στὴν καρδιά του ὑπῆρχε ἐλπίδα καὶ πίστι στὸ Θεό.

Ὁ παράλυτος αὐτὸς ἦταν ἕνας νέος Ἰώβ ―ἔτσι τὸν ὀνομάζω―, ὅπως ὁ Ἰὼβ τῆς παλαιᾶς διαθήκης. Ἐκεῖνος ὑπέμεινε ὅλα τὰ βάσανα καὶ τὶς θλίψεις ἀγόγγυστα, καὶ μάλιστα εἶπε ἐκεῖ­νο τὸ μεγάλο λόγο ποὺ ἀκοῦμε στὸ τέλος τῆς θείας Λειτουργίας, «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐ­λο­γημένον ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος» (Ἰὼβ 1,21 καὶ θ. Λειτ.)· δόξασε δηλαδὴ τὸ Θεό. Ἔτσι καὶ ὁ νέος αὐτὸς Ἰὼβ ὑπέμεινε τὸ μαρτύριό του.

Γι’ αὐτό, μετὰ ἀπὸ τὴ μακρὰ δοκιμασία, ἔ­λα­βε βραβεῖο· πῆρε στεφάνι, ὅπως οἱ νικη­ταὶ σὲ πολέ­μους ἢ ἀθλητικοὺς ἀγῶ­νες. Στεφάνι ὄχι φθαρτό, ἀλλὰ ἀμάραντο, αἰώνιο· καὶ ὄχι ἀ­πὸ χέρια ἀνθρώπων, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Χριστό μας. Ἐκεῖνος τὸν εἶδε, τὸν εὐσπλαγχνίσθη, καὶ τοῦ ἔδωσε βραβεῖο διπλό· ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸν ἔκανε ψυχικῶς καλά, ἀφ’ ἑτέρου τοῦ ἔδωσε τὴ σωματικὴ ὑγεία.

Ὁ ἥρωας λοιπὸν τῆς Βηθεσδὰ φωνάζει σὲ ὅλους ἐμᾶς· Φανῆτε ἥρωες! Καὶ πρέπει νὰ τὸν ἀκούσουμε. Διότι, ἐὰν συγκρίνουμε τὸν ἑ­αυτό μας στὴν ὑπομονὴ μὲ τὸν πολύαθλο Ἰὼβ ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ νέο Ἰώβ, τὸν παράλυτο τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου, θὰ δοῦμε, ἀγαπητοί μου, ὅτι εἴμεθα γενεὰ ἀνυπόμονος.

Οἱ νέοι τὰ θέλουν ὅλα ἕτοιμα καὶ χωρὶς ἀ­ναβολή. Δὲν ἔχουν καθόλου ὑπομονή. Μικρὰ παιδιά, κακομαθημένα, χτυποῦν τὸ χέρι πάνω στὸ τραπέζι καὶ ἀπαιτοῦν ὅ,τι τοὺς ἀρέσει. Καὶ ἡ μάνα, κακὴ παιδαγωγός, τοὺς δίνει ὅ,τι ζητήσουν. Ἀντὶ νὰ τ᾽ ἀφήσῃ ἐκεῖ νηστικά, νὰ τοὺς κόψῃ τὸ θέλημα, νὰ τὰ μάθῃ νὰ περιορίζουν τὶς ἀπαιτήσεις τους. Καὶ φθάσαμε νὰ παρατηροῦνται, γιὰ πρώτη φορά, αὐτοκτονί­ες παιδιῶν καὶ νέων. Γιατί; Διότι δὲν συνήθισαν ἀπὸ μικρὰ στὴν ἄσκησι τῆς ὑπομονῆς.

Ἀκριβῶς διότι λείπει ἡ ὑπομονή, κλονίζεται καὶ ἡ οἰκογένεια. Παλαιότερα ὑπῆρχαν γυ­ναῖ­κες ἡρωΐδες. Ὑπέμεναν τὸν ἄντρα τους. Τέτοια ἦταν ἡ ἁγία Μόνικα, ἡ μητέρα τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, τοῦ ὁποίου φέρω ἀναξίως τὸ ὄνομα. Ἦταν σπουδαία γυναίκα. Ὁ σύζυγός της ἦταν βάναυσος· ἀλλ’ ἐκείνη τὸν ὑπέμενε καὶ τέλος τὸν κέρδισε. Διότι γυναίκα στολισμέ­νη μὲ ὑπομονὴ κερδίζει τὸν ἄντρα· ἐνῷ μὲ τὴν ἀνυπομονησία, τοὺς θυμοὺς καὶ τὶς ἔ­ριδες διαλύει τὸ σπίτι. Μία σοβαρὰ αἰτία τῶν διαζυγίων σήμερα εἶνε ἡ ἔλλειψις ὑπομονῆς, τὴν ὁποία βέβαια πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ ὁ ἄντρας.

Ἰδού, ἀγαπητοί μου, γιατί ἔρριξα τὸ σύν­θη­μα «Φανῆτε ἥρωες!…», τὸ ὁποῖο ἰσχύει καὶ ἐ­πὶ εὐρυτέρας βάσεως. Εὑρισκόμεθα, ὅ­πως εἶ­πα, σὲ χαλεποὺς καιρούς. Τὸ ἔ­θνος μας ἀπειλεῖται ἀπὸ ἄγρια θηρία τοῦ δρυ­μοῦ, ἕτοιμα νὰ ἐπιπέσουν ἐναντίον του· καὶ εἴμεθα ἐγ­καταλελειμμένοι ἀπὸ ὅλους· διότι στὸν κόσμο βασιλεύουν ὁ μαμωνᾶς, τὰ τριάκοντα ἀρ­γύρια, τὰ ἰδιοτελῆ συμφέροντα. Ἀπειλεῖται ἐπίσης ἡ Ἐκκλησία μας, ἡ Ὀρθοδοξία μας, ποὺ ἔθρεψε τὸ γένος στὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς. Ἂν δὲν ὑπῆρχε ἡ Ἐκκλησία, δὲν θὰ ὑ­πῆρχε Ἑλληνισμός· θὰ ἤμεθα ὅλοι ἢ Φράγκοι ἢ Τοῦρκοι. Μᾶς ἔσωσε ἡ Ἐκκλησία. Γι’ αὐτὸ ἕ­­νας ποιητής μας, ὁ Κώστας Κρυστάλλης, ἔγραψε·

«...Θρησκεία! γλυκειὰ μάνα,
τί ὄμορφη δίνεις ἐσὺ λαλιὰ καὶ στὴν καμπάνα,
καὶ πόσο ἐκείνη ἡ λαλιὰ σαλεύει τὴν καρδιά μας!
Πόσες, ἐκεῖνος ὁ σταυρὸς ἀπ’ τὰ καμπαναριά μας
στὴν ἀντηλιάδα χύνοντας, τόσες χρυσὲς ἀχτίδες,
χύνει βαθειά μας, στὴν ψυχή, γλυκὲς χρυσὲς ἐλπίδες!».

Ἡ Ἐκκλησία λοιπὸν ἡ ὀρθόδοξος βάλλεται. Βάλλεται ἀπ’ ἔξω καὶ ἀπὸ μέσα. Ἐξωτερικῶς μὲν ἀπὸ ἀθέους καὶ ἀπίστους, ἀπὸ ἐκπαιδευτικοὺς ποὺ διδάσκουν ὑλισμό, ἀπὸ ῥαδιόφωνα καὶ τηλεοράσεις ποὺ διακωμῳδοῦν τὴν εὐ­σέβεια, ἀπὸ ἐφημερίδες καὶ περιοδικὰ ποὺ ὑ­ποσκάπτουν τὴν πίστι. Ἐσωτερικῶς δὲ ὑπονο­μεύεται ἀπὸ ἀναξίους κληρικοὺς καὶ ἀρχιερεῖς ποὺ προδίδουν τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια.

Ἀλλὰ τὴν περίοδο αὐτή, σεῖς παιδιὰ τῆς Ἐκ­κλησίας, φανῆτε ἥρωες! Αὐτὸ ἐπιτάσσει τὸ χρέος. Ὄχι ἁπλῶς νὰ πηγαίνουμε στὴν ἐκ­κλη­σία, ὄχι ἁπλῶς νὰ διαβάζουμε τὴ Γραφή, ὄχι ἁ­πλῶς νὰ κοινωνοῦμε τῶν ἀχράν­των μυστηρί­ων, ὄχι ἁπλῶς νὰ πηγαίνουμε σὲ προσ­κυ­νή­ματα, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχουμε μέσα μας τὴν ἀ­πόφασι «Πεθαίνω γιὰ τὴν πατρίδα, πεθαίνω γιὰ τὴν πίστι!». Ὅλοι ἂς ἔχουμε τὴν ἡρωϊκὴ ἀ­πόφασι. «Ὧδε ἡ ὑπομονὴ τῶν ἁγίων» (Ἀπ. 14,12).

Ἐὰν ὑπάρχουν τέτοιοι μαχηταί, νὰ εἶστε βέ­βαιοι, δὲ θὰ νικήσουν οἱ ἄπιστοι καὶ οἱ ἄθεοι· θὰ νικήσῃ ἡ Ἐκκλησία, θὰ νικήσῃ ὁ Χριστός· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦ­τε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

Πηγή: Ορθόδοξος Έλληνας Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης