Ράδιο ἈνθοΕυωδίες

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

Πατρίδα μας ὁ Οὐρανός!

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλια του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
στον ἱ. ναὸ της Ἀναλήψεως Ἀμυνταίου 8-6-1989

ΜΕΓΑΛΗ, ἀγαπητοί μου, ἡ σημερινὴ ἑορ­τή. Δὲν εἶνε ἑορτὴ ἑνὸς ἁγίου. Ὀνομάζε­­ται δεσποτικὴ ἑορτή. Ἕνας εἶνε ὁ Δεσπό­της, ὁ Κύριος ποὺ ἐξουσιάζει τὰ πάντα, ὁ Ἀ­φέντης ὅπως τὸν ἔλεγε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰ­τωλός· ὁ Χριστός. Αὐτὸς εἶνε πράγματι ἀ­φέν­της. Ὅσοι ἄλλοι παρουσιάζονται μὲ κάποια ἐξ­ουσία, εἶνε μπροστά του πελώρια μηδενικά. Δεσποτικὲς ἑορτὲς εἶνε τὰ Χριστούγεννα, ἡ Περιτομή, ἡ Ὑ­παπαντή, ἡ Μεταμόρφωσις, κορυφαία δεσπο­τικὴ ἑορτὴ ἡ Ἀνάστασις, καὶ ἐ­πιστέγασμα τοῦ κύκλου τῆς θείας οἰκονομίας ἡ Ἀνάληψις.

Τί εἶνε ἡ Ἀνάληψις; Οἱ Χριστι­ανοί μας ἔ­χουν ἄγνοια. Στὴν Ἀθήνα σὲ μιὰ συγ­κέντρωσι παιδιῶν τὰ ρωτοῦ­σα πόσες εἶνε οἱ ἐντολὲς τοῦ Κυρίου. Κανένα δὲν τὶς εἶπε. Ἐμεῖς, μικρὰ παι­διὰ κοντὰ στὴ γιαγιά μας, μετρούσαμε τὶς ἐν­τολὲς μὲ τὰ δάχτυλα· πρώτη…, δευτέρα…, τρί­τη…, μέχρι τὴ δεκάτη. Τὸ «Πιστεύω» τὸ ξέρα­με ὅλοι ἀπ᾽ ἔξω, τὸ «Πάτερ ἡμῶν» ἀπ᾽ ἔξω. Τώρα ἄγνοια! Δὲν ὑπάρχει πλέον ἐκκλησιαστικὸ ἐνδιαφέρον σ᾽ αὐτὴ τὴν πατρίδα, ποὺ εἶ­νε ποτισμένη μὲ αἵματα μαρτύρων καὶ ἁγίων.

Τί εἶνε λοιπὸν ἡ Ἀνάληψις; ποιό γεγονὸς ἑ­ορτάζουμε; Συντόμως θὰ τὸ ἀναπτύξω.



Καὶ ἡ ἐπιστήμη τὸ λέει, ἀδελφοί μου, ὅτι ἦ­ταν κάποτε ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε τίποτα. Ἡ ὕλη δὲν εἶνε ἀθάνατη· εἶνε φθαρτή, καὶ ὡς φθαρ­τὴ δὲν ἔχει αἰωνία προέ­λευσι. Ἦ­ταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε ἥλιος, σελήνη, ἄ­στρα, γαλαξί­ες· δὲν ὑπῆρχαν ποταμοί, λίμνες, θάλασσες, ὠ­κεα­νοί· δὲν ὑ­πῆρχαν βουνὰ καὶ κάμποι, δέντρα καὶ λουλού­δια, ζῷα καὶ πουλιά· ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε ἄνθρωπος. Δὲν ὑπῆρχε ὅμως ποτέ ἐ­ποχὴ ―αὐτὸ διακηρύττουμε στὸ Σύμβολο τῆς πίστε­ως― ποὺ νὰ μὴν ὑπάρχῃ ὁ Χριστός! Αἰώνιος ὁ Χριστός, ἄναρχος· αὐτή εἶνε ἡ πίστις μας. Ὁ Υἱός, τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος, ὑπῆρχε πάν­τοτε, «πρὸ πάντων τῶν αἰώνων» (Σύμβ. πίστ.).
Ὁ Υἱὸς ἦταν στοὺς οὐρανοὺς περιβαλλόμενος ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους. Ἀλλ᾽ ὅταν ὁ ἄνθρω­πος ἔπεσε καὶ διεφθάρη καὶ καμμία ἄλλη δύναμι δὲν μποροῦσε νὰ τὸν σώσῃ, τότε τὸ δεύ­τερο πρόσωπο τῆς Θεότητος ἦρθε στὴ γῆ.

Ἔχετε δεῖ ποτὲ ἀετό; Εἶδα ἐγὼ ἀετὸ πάνω στὰ ψηλὰ βουνὰ τῆς Πίνδου. Πρὸ τοῦ ἐνδόξου ἀλβανι­κοῦ πολέμου τοῦ ᾽40, ἕνας τσοπᾶνος μοῦ λέει· Κοίταξε τὸν οὐρανό. Κοιτάζω ἐπάνω· δὲν ἔβλεπα παρὰ ἕνα στίγμα, μιὰ τελεία. Ἄ, αὐτὸ εἶνε ἀετός, μοῦ λέει, τὸ διακρίνω ἐγὼ ἀπὸ τὴν κίνησί του. Τὸ στίγμα πράγματι μεγά­λωσε, διέγραψε κύκλους – κύκλους, καὶ ἦρθε καὶ κάθησε πάνω σ᾽ ἕνα βράχο. Καὶ ἦταν χρυσάετος παρακαλῶ, προμήνυμα τῆς ἐνδόξου νί­­κης ποὺ στεφάνωσε τὰ ἑλληνικά ὅπλα! Σὰν ἀετὸς λοιπὸν ὁ Χριστὸς κατέβηκε ἐδῶ στὴ γῆ ―εἶνε ἐπίσης δόγμα τῆς πίστεώς μας―, ἔλαβε σάρκα ἀπὸ τὰ πάναγνα αἵματα τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ παρουσιάστηκε πλέον ὡς ἄνθρωπος, ὡς ὁ πιὸ ταπεινὸς ἄνθρωπος.

Ταπεινὸς ἄνθρωπος! Δὲν ὑπάρχει ἄλλος τόσο ταπεινός. Γεννήθηκε ἀπὸ πτωχὴ μητέρα σὲ μιὰ σπηλιὰ μὲ δυσοσμία ζῴων. Τριάντα χρόνια ἔζησε ἄγνωστος, κι ὅταν ἐμ­φανίσθηκε δη­μοσίως ἔζησε ὡς ὁ πιὸ φτωχός. Σὲ κάποιον, ποὺ θέλησε νὰ τὸν ἀ­κολουθήσῃ, τοῦ εἶπε· Τὰ πουλιὰ κ᾽ οἱ ἀλεποῦδες ἔχουν φωλιές, «ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κε­φαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. 8,20· Λουκ. 9,58). Ἂς ἔρθουν αὐτοὶ ποὺ κάνουν τὸ σοσιαλιστὴ καὶ τὸν κομ­μουνιστὴ νὰ δοῦν ποιόν ἔ­χουν ἀρχηγὸ οἱ Χριστιανοί. Ὁ Χριστὸς δὲν εἶ­χε «ποῦ τὴν κεφα­λὴν κλίνῃ», καὶ τέλος ἔκλινε τὴν κεφαλὴ ὄχι σὲ μα­ξιλάρια ἀλλὰ σὲ ἀγκάθινο στεφάνι πάνω στὸ σταυρό. Αὐτὸς εἶνε «ὁ ἀρ­χηγὸς τῆς σωτη­ρίας ἡμῶν» (Παρακλ. ἦχ. πλ. α΄, Σάβ. ἑσπ., στιχ. ἀνατ.).

Οἱ γραμματεῖς, οἱ φαρισαῖοι καὶ οἱ ἰσχυροὶ τῆς ἡμέρας ἔβλεπαν τὸ Ναζωραῖο ὡς ἕνα ἀ­σήμαντο ἄνθρωπο. Ἀλλ᾽ ὅταν ἄνοιξε τὸ στόμα του καὶ ἄκουσαν τὰ λόγια του κι ὅταν εἶδαν τὰ θαύματά του, ἔμειναν ὅλοι κατάπληκτοι. Γι᾽ αὐτὸ τὴν ἡμέρα τῶν βαΐων ἔλεγαν μὲ θαυμα­σμό· «Ποιός εἶν᾽ αὐτός;» (Ματθ. 21,10)· αὐτὸς δι­αφέρει ἀπ᾽ ὅλους τοὺς ἄλλους. Ἀκολούθησε κατόπιν ἡ σταυρικὴ θυσία καὶ ἡ ἀνάστασί του. Καὶ ὅταν μετὰ σαράντα μέρες, σὰν σήμερα, ἀ­νελήφθη, δὲν ἀποροῦσαν μόνο οἱ ἄνθρωποι· ἀποροῦσαν καὶ οἱ ἄγγελοι στοὺς οὐρανοὺς κ᾽ ἔλεγαν τὸν ἴδιο λόγο, ἐκεῖνο πού ᾽χε ἀκούσει προφητικῶς ὁ Ἠσαΐας· «Τίς οὗτος;» (Ἠσ. 63,1).

Ἐκεῖ λοιπὸν ποὺ ὁ Χριστὸς ἀποχαιρετοῦσε τοὺς μα­θητὰς στὸ Ὄρος τῶν ἐλαιῶν καὶ τοὺς εὐλογοῦσε, τὰ πόδια του, ποὺ δὲν εἴμαστε ἄ­ξιοι νὰ τὰ φιλήσουμε, τὰ πόδια ποὺ περπάτησαν ἀπὸ πόλι σὲ πόλι κι ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριὸ γιὰ νὰ βροῦν τὸ ἀπολωλὸς καὶ τέλος καρφώθηκαν στὸ σταυρὸ καὶ βάφτηκαν μὲ τὸ τίμιο αἷμα του, τὰ γυμνὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ, ἄρχισαν νὰ μὴ πατοῦν πλέον πάνω στὴ γῆ.

―Μὰ πῶς ὑψώθηκε ἐπάνω;… Ἄνθρωπε, ἂν ἐμεῖς βρήκαμε τρόπους νὰ πετᾶμε στὸν ἀ­έρα, ἦταν δύσκολο αὐτὸ στὸ Χριστό;

Τὸν παρέλαβε νεφέλη καὶ τὸν ἀνέβαζε ἐπά­νω, ἐνῷ οἱ μαθηταὶ ἔμειναν ἐκεῖ νὰ κοιτάζουν ἔκθαμβοι. Τότε ἕνας ἄγγελος τοὺς εἶπε· Τί κά­θεστε κοιτάζοντας στὸν οὐρανό; Αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς, ποὺ τώρα ἀνελήφθη ἀπὸ σᾶς, ἔτσι θὰ ξαναέρθῃ. Θὰ ξαναέρθῃ! – ἄλλη ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας αὐτή. Ὅσο εἴμαστε βέβαιοι, ὅτι αὔ­ριο ξημερώνει Παρασκευή, τόσο νὰ εἴμαστε βέβαιοι, ἀδελφοί μου, ὅτι θὰ ἔρθῃ πάλι ὁ Χριστός. Θὰ ἔρθῃ ὄχι πλέον ὡς ἀδύναμος ἄνθρω­πος, ἀλλὰ μὲ δόξα μεγάλη, μετὰ ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων. Θὰ ἔρθῃ ὁ Κύριος κατὰ τὴ Δευτέρα παρουσία ὄχι πλέον γιὰ νὰ διδάξῃ, ἀλλὰ γιὰ νὰ δικάσῃ. Ναί, θὰ δικάσῃ. Ἐκεῖ θὰ εἶμαι κ᾽ ἐγώ, ἐκεῖ θὰ εἶστε κ᾽ ἐσεῖς, ἐκεῖ ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, γιὰ νὰ δώσουμε λόγο τῶν πράξε­ών μας ἐνώπιον τοῦ ἀδεκάστου Δικαστηρίου.

Ἡ Ἀνάληψις τοῦ Κυρίου μᾶς βάζει σὲ σκέψι. Τί εἶνε, ἀδελφοί μου, αὐτὴ ἡ γῆ ποὺ κατοι­κοῦ­με, γιὰ τὴν ὁποία γίνονται τόσοι πόλεμοι μετα­ξὺ τῶν λαῶν; Φανταστῆτε νὰ παλεύουν δύο με­ταξύ τους. Τοὺς ρωτᾶτε, Γιατί σκοτώνε­στε; καὶ σᾶς ἀπαντοῦν· Γιὰ ἕνα κόκκο ἄμμου. Αὐ­τὸ γίνεται τώρα. Ἡ γῆ μας ἐν σχέσει μὲ τὸ σύμ­παν τί εἶνε; ἕνα κουκκὶ ἄμμου. Ἀξίζει λοι­πὸν γιὰ τὸν κόκκο αὐτὸ νὰ σκοτωνώμεθα;

Δὲν ὑπάρχει μόνο ἡ γῆ. Δὲν εἶνε αὐτὴ ἡ μό­νιμη κατοικία μας. Ἐδῶ εἴμεθα προσωρινοί. Ἡ γῆ εἶνε ξενοδοχεῖο. Ὅταν πᾶς σ᾽ ἕνα ξενο­δοχεῖο καὶ μείνῃς μία – δύο μέρες, δὲ λὲς Τὸ ξενοδοχεῖο εἶνε δικό μου. Κάποιος φιλόσοφος μοναχὸς ἔγραψε γιὰ τὸ κελλί του· «Κελλίον μου κελλίον μου, σήμερον ἐμοῦ, αὔριον ἑτέρου, καὶ οὐδέποτέ τινος». Φιλοξενούμεθα δωρεὰν στὸ ξενοδοχεῖο ποὺ λέγεται γῆ, καὶ σήμερα – αὔριο φεύγουμε ἀπὸ ᾽δῶ γιὰ τὴν πατρίδα μας.

Ρώτησαν ἕνα φιλόσοφο πρὸ Χριστοῦ· ―Ποιά εἶνε ἡ πατρίδα σου; ―Περιμένετε, λέει· κι ὅ­ταν νύχτωσε καὶ βγῆκαν τὰ ἄστρα, τοὺς ἔ­δει­ξε τὸν οὐρανό. ―Ἐκεῖ εἶνε ἡ πατρίδα μου! Ὁ οὐρανὸς εἶνε ἡ πατρίδα μας. «Οὐκ ἔχομεν ὧ­δε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζη­τοῦμεν» (Ἑβρ. 13,14), ἔλεγε ὁ ἀπόστολος Παῦλος.

Στὴ θεία Λειτουργία ἀκοῦμε· «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας», ὑψῶστε τὶς καρδιές σας πρὸς τὰ ἄνω. Τὴν ὥρα αὐτὴ οἱ Χριστιανοὶ μέσ᾽ στὴν ἐκ­κλησία δὲν πατοῦν στὸ γήινο ἔδαφος· ὁ τόπος εἶνε ἱερός. Ἄλλωστε καὶ ἡ ἐτυμολογία τῆς λέξεως ἄνθρωπος σημαίνει τὸ ὂν ποὺ τείνει πρὸς τὰ ἄνω καὶ ποθεῖ νὰ δῇ τὸν οὐρανό. Μὴ μένουμε λοιπὸν στραμμένοι πρὸς τὰ κάτω ὅπως οἱ χοῖροι ποὺ ἔχουν τὸ κεφάλι συνεχῶς στὴ γῆ. Εἴμεθα ἄνθρωποι, μὴ γινώμεθα κτήνη.

Ὑπάρχει οὐρανός, ὑπάρχουν ἄστρα, ὑπάρχουν τόσο ὡραῖα πράγματα. Οἱ φιλόσοφοι εἶ­παν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε πολυδιάστατος· εἶ­νε καὶ πνευματικὸ καὶ σωματικὸ καὶ κοινωνικὸ καὶ οἰκονομικὸ καὶ φιλοσοφικὸ ὄν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ―πάρτε κιμωλία καὶ γράψτε― ἄν­θρω­πος ἴσον· μεταφυσικὸ ὄν. Ἔχει ῥίζα μεταφυσική, νοσταλγεῖ τὸν οὐρανό. Ὅταν πέθαινε ὁ Σωκράτης, τὸν ρώτησαν· ―Τί νὰ κά­νουμε τὸ σῶμα σου; Καὶ αὐτὸς τοὺς εἶπε· ―Τὸ σῶμα δὲν εἶνε ὁ Σωκράτης· ὁ Σωκράτης τώρα πηγαίνει ἀλλοῦ, σ᾽ ἕνα κόσμο ἀθάνατο.

Ἡ Ἐκκλησία πάντοτε, ἀλλ᾽ ἰδιαιτέρως τώρα μὲ τὴν ἀνάληψι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, στρέφει τὸ νοῦ μας καὶ μᾶς προετοι­μάζει γιὰ τὸν οὐρανό. Ἐκεῖ νὰ πιστεύουμε κ᾽ ἐ­μεῖς. Ψηλά ἡ καρδιὰ καὶ ὁ νοῦς, σὰν ἀετοὶ καὶ ὄχι σὰν σαῦρες καὶ χοῖροι. «Τὸ πολί­τευμα ἡ­μῶν ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλ. 3,20).

Στὶς πόλεις καὶ τὰ χωριά μας κανείς ἄθεος, κανείς βλάσφημος, κανένα διαζύγιο, καμμιά μοιχεία, καμμιά πορνεία, καμμιά κλοπὴ καὶ ἀ­πάτη. Ὅλοι ἑνωμένοι ―μιὰ ψυχή, ἕνας λαός!― πάντοτε κοντὰ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἑνώνει τοὺς ἀνθρώπους. Ἐκεῖ ὅ­λοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, νὰ συγκεντρωνώμεθα, ν᾽ ἀνοίγουμε τὰ στόματά μας καὶ σὰν μιὰ κιθάρα νὰ ὑμνοῦμε Ἰησοῦν Χριστὸν ἐσταυρω­μένον, ἀναστάντα καὶ ἀναληφθέντα εἰς τοὺς οὐρανούς· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑ­περυψοῦ­τε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

Πηγή: Ορθόδοξος Έλληνας Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης