Ράδιο ἈνθοΕυωδίες

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

Ὀλίγα περί ἱερῶν Μνημοσύνων (τοῦ Πρωτ. π. Θωμᾶ Βαμβίνη)

Απαγκιστρώνοντας τήν σκέψη μας από τήν οικονομική κρίση καί τήν πολιτική ρευστότητα πού επικρατεί στήν χώρα μας θά ασχοληθούμε μέ ένα θέμα πού αφορά τό τυπικό τής Εκκλησίας, συγκεκριμένα μέ τήν απαγόρευση τελέσεως μνημοσύνων από τό Σάββατο τού Λαζάρου μέχρι καί τήν Κυριακή τού Θωμά. Μπορεί γιά τούς πολλούς αυτό νά είναι ένα θέμα εκτός εποχής (μέ τήν έννοια τού «ποιός ασχολείται τώρα μέ τυπικές διατάξεις τής Εκκλησίας, εδώ ο κόσμος καίγεται…»), όμως μόλις διήλθαμε τήν Διακαινήσιμο εβδομάδα καί σέ κάποιους μπορεί νά είναι ακόμη νωπές οι μνήμες από τριβές μεταξύ ενίων ποιμένων καί ενίων μελών τού ποιμνίου τους μέ αφορμή αυτήν τήν διάταξη, η οποία, όπως καί άλλες παρόμοιες τυπικές διατάξεις, πού αφορούν κυρίως τήν τέλεση μνημοσύνων ή γάμων, δημιουργούν πολλές φορές περιττές τριβές, καί κάποιες φορές αναιτιολόγητες παραβιάσεις τού τυπικού τής Εκκλησίας.

Στήν συνέχεια θά περιορισθούμε μόνο στίς διατάξεις πού αφορούν τά Μνημόσυνα.

Πρίν αναφερθούμε στίς τυπικές διατάξεις, πρέπει νά σημειώσουμε ότι τό μεγαλύτερο ίσως μέρος τής ακολουθίας τού Μνημοσύνου αφορά τούς ζώντες, καί όχι τούς κεκοιμημένους. Οι στίχοι γιά παράδειγμα από τόν 118ο Ψαλμό (τόν Άμωμον) πού συνηθίζεται νά ψάλλονται στήν θέση τού κοινωνικού, όταν τό μνημόσυνο δέν τελείται τήν Κυριακή, καθώς καί τά πέντε από τά έξι νεκρώσιμα Ευλογητάρια, αφορούν κυρίως τούς ζώντες πού προσήλθαν νά προσευχηθούν γιά τόν κεκοιμημένο. Γιά παράδειγμα οι ψαλμικοί στίχοι: «Ενύσταξεν η ψυχή μου από ακηδίας…», «Κλίνον τήν καρδίαν μου εις τά μαρτύριά σου καί μή εις πλεονεξίαν», «συνέτισόν με καί μαθήσομαι τάς εντολάς σου» ή οι στίχοι τών Ευλογηταρίων «τό απολωλός πρόβατον εγώ ειμι ανακάλεσαί με, Σωτήρ καί σώσόν με» καί «οικτείρησον τό σόν πλάσμα Δέσποτα καί καθάρισον σή ευσπλαχνία», αφορούν τούς ζώντες, ειδάλλως θά υπονοούσαν μετά θάνατον ενέργειες παθών (ακηδίας, πλεονεξίας), καθώς καί δυνατότητα μετάνοιας, η οποία όμως «εν τώ Άδη ουκ έστι», σύμφωνα μέ τό ψαλμικό «εν δέ τώ άδη τίς εξομολογήσεταί σοι;».



Βέβαια, πολλοί θεωρούν ότι αυτά τά ψάλλουν οι ζώντες εν ονόματι τών κεκοιμημένων, γι’ αυτό μάλιστα αλλάζουν ακόμη καί στούς ψαλικούς στίχους τά γένη, ανάλογα μέ τό άν είναι άνδρας ή γυναίκα ο κεκοιμημένος, όπως στό «Επλανήθην ως πρόβατον απολωλός ζήτησον τόν δούλον σου», τό οποίο, όταν είναι γυναίκα, γίνεται από ορισμένους «ζήτησον τήν δούλην σου». Όμως η Εκκλησία στίς νεκρώσιμες ακολουθίες της δέν ενδιαφέρεται μόνον γιά τούς κεκοιμημένους, αλλά καί γιά τούς ζώντες, τούς οποίους προσπαθεί μέ τούς ψαλμούς καί τούς ύμνους της νά τούς οδηγήση σέ κατάνυξη, σέ αυτογνωσία καί μετάνοια, ώστε η προσευχή τους γιά τόν εαυτό τους, αλλά καί γιά τόν κεκοιμημένο, νά είναι σύμμεικτη μέ πνευματικό πόνο, πόνο από τήν επίγνωση τής διαβρωτικής δύναμης πού έχει η αμαρτία, ώστε βγαίνοντας μέσα από τήν αίσθηση τού δικού τους πνευματικού θανάτου, νά είναι προσευχή μέ δύναμη παρακλητική, πού βοηθά τήν απελθούσα ψυχή στήν πορεία της πρός τόν Θεό.

Θεωρώντας πολλοί πώς ό,τι λέγεται στήν τελετή τού Μνημοσύνου αφορά μόνον τούς κεκοιμημένους δυσανασχετούν όταν η Εκκλησία «απαγορεύη» τήν τέλεσή τους. Αλλάζοντας όμως η Εκκλησία τό τελετουργικό της δέν «απαγορεύει» τήν προσευχή γιά τούς κεκοιμημένους. Προβάλλει απλώς εντονότερα τό πρόσωπο τού Χριστού, ιδιαίτερα τό Πάθος καί τήν ανάστασή Του, τό πρόσωπο καί τά γεγονότα, δηλαδή, πού μεταποιούν τόν πόνο τών πενθούντων σέ προσμονή μελλοντικής συναντήσεως μέ τούς απελθόντες δικούς τους στήν ασάλευτη καί αδιάδοχη Βασιλεία τού Θεού.

Άς έλθουμε όμως στίς τυπικές διατάξεις πού απογορεύουν τήν τέλεση τών μνημοσύνων. Αντιγράφω από ιστοσελίδα Ιεράς Μητροπόλεως τά ακόλουθα:

«Μνημόσυνα δέν τελούνται: (1) Από τό Σάββατο τού Λαζάρου μέχρι τήν Κυριακή τού Θωμά. (2) Κατά τίς Δεσποτικές καί Θεομητορικές Εορτές… (3) Τήν ημέρα πού πανηγυρίζει ο Ναός».

Στά παραπάνω πρέπει νά επισημειώσουμε ότι στά παλαιά τυπικά απαγορευόταν ρητώς η τέλεση μνημοσύνων κατά τήν ημέρα τής Κυριακής, αφού κάθε Κυριακή εορτάζουμε τήν Ανάσταση. Γιά τό θέμα αυτό δημιουργήθηκαν κατά τόν 18ο αιώνα ταραχές στό Άγιον Όρος, πού σχετίζονταν μέ τό λεγόμενο «κολλυβαδικό κίνημα».

Διαρκής μαρτυρία γιά τήν τέλεση τών μνημοσύνων κατά τήν ημέρα τού Σαββάτου καί όχι τής Κυριακής, αποτελεί τό συναξάριο τού πρώτου ψυχοσαββάτου, τό οποίο περιλαμβάνεται στό εν χρήσει βιβλίο τού Τριωδίου, στό οποίο γράφει: «Εν Σαββάτω δέ αεί τήν τών ψυχών μνείαν ποιούμεθα, ότι τό Σάββατον κατάπαυσιν σημαίνει Εβραϊστί». Αυτήν τήν φράση τού συναξαρίου σχολιάζει ο άγιος Νεκτάριος στό έργο του «Περί αθανασίας ψυχής καί Ιερών Μνημοσύνων» λέγοντας, ότι γιά εμάς τούς Χριστιανούς ημέρα καταπαύσεως είναι η Κυριακή καί όχι τό Σάββατο. Τό Σάββατο ως κατάπαυση «ιστορικήν απλώς παρ’ ημίν έχει σημασίαν, ουχί δέ δογματικήν». Τό Σάββατο γιά εμάς είναι η ημέρα πού γνώρισε ο άνθρωπος τόν θάνατο, γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες όρισαν αυτήν τήν ημέρα νά τελούνται τά Μνημόσυνα καί όχι κατά τήν «καταπαύσιμον τής Κυριακής ημέραν». Όπως χρακτηριστικά γράφει: τό Σάββατο «η Εβδόμη ημέρα τής δημιουργίας είδε τόν θάνατον τού ανθρώπου, ήτις εξακολουθεί, καί εν ή πάντες αποθνήσκομεν», γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες «τό Σάββατον, ήτοι τήν ημέραν τού θανάτου εθέσπισαν γίγνεσθαι τά Μνημόσυνα καί ουχί τήν Κυριακήν τήν τής Αναστάσεως ημέραν, ήτις σύμβολον είναι τής αναστάσεως τών νεκρών κατά τήν δευτέραν παρουσίαν καί εικών τού προσδοκωμένου αιώνος».

Σχετικά μέ τά παραπάνω ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος στό έργο του: «Δήλωσις τής εν τώ Αγίω Όρει ταραχών αληθείας», σημειώνει: «εξ αρχαίας Παραδόσεως, η αγία τού Χριστού Εκκλησία παρέλαβε νά ψάλλη μνημόσυνα τών κεκοιμημένων, πάσαν άλλην ημέραν, πλήν τών Δεσποτικών εορτών καί κατ’ εξαίρετον πλήν τής Κυριακής». Αυτήν τήν πληροφορία παίρνει ο άγιος Αθανάσιος από τό «τυπικόν τής Εκκλησίας». Επειδή, όμως, κάποιοι αμφισβητούσαν τό «τυπικό τού Μαλαξού» στό οποίο αναφερόταν, εκείνος αντέτεινε ότι αυτό δέν ήταν τού Μαλαξού, αλλά τής Εκκλησίας. Ο Μαλαξός απλώς τό εξέδωσε. Γιά νά πείση μάλιστα τούς αναγνώστες του παραπέμπει στό τί βρήκε «εν τυπικώ αρχαιοτάτω τού περιωνύμου ναού τού Πρωτάτου», τό οποίο ορίζει τό πότε γίνεται τό «σαρανταλείτουργο» γιά μοναχό πού κοιμήθηκε μέσα στήν Μ. Εβδομάδα ή τήν Διακαινήσιμο. Σ’ αυτό ορίζεται ότι οι Λειτουργίες αυτές πού συνδέονται μέ Μνημόσυνο μετά κολλύβων αρχίζουν «από τής Δευτέρας τού Θωμά μέχρι συμπληρώσεως τής τεσσαρακοστής (Λειτουργίας), εν μόναις ταίς Κυριακαίς καί λοιπαίς εορτασίμοις ημέραις, ήγουν τή Τετάρτη τής Μεσοπεντηκοστής, τή Τετάρτη τή πρό τής Αναλήψεως, τή Πέμπτη τής Αναλήψεως, καί τή Δευτέρα τού Αγίου Πνεύματος, τούτου μή γινομένου». Δηλαδή, δέν υπολογίζονταν μέσα στό σαρανταλείτουργο γιά τόν κεκοιμημένο οι Κυριακές καί οι Δεσποτικές εορτές από τής Δευτέρας τού Θωμά έως τού Αγίου Πνεύματος.

Στίς μέρες μας πλέον τελούνται Μνημόσυνα καί τίς Κυριακές, μετά από απάντηση σέ σχετική ερώτηση τού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Θεοδοσίου τού Β’ (1722), ο οποίος μετά από συνοδική διαγνώμη είπε «ότι οι ποιούντες τά μνημόσυνα τών κεκοιμημένων εν Σαββάτω καλώς ποιούσιν, αλλά καί οι εν Κυριακή ποιούντες ουχ αμαρτάνουσιν…». Αυτή η θέση τού Πατριαρχείου επιβεβαιώθηκε καί επαναδιατυπώθηκε, γιά νά λήξουν οι σχετικές διαμάχες, από τόν άγιο Γρηγόριο τόν Ε’, μέ συνοδικό γράμμα, κατά τό 1819. Σήμερα μνημόσυνα δέν τελούνται μόνον κατά τίς Δεσποτικές εορτές καί από τό Σάββατο τού Λαζάρου έως καί τήν Κυριακή τού Θωμά.

Βέβαια η Εκκλησία δέν παύει ποτέ τήν προσευχή της γιά τούς κεκοιμημένους, αφού ακόμη καί στήν Λειτουργία πού τελείται τό βράδυ τής Αναστάσεως μνημονεύονται στήν Προσκομιδή ζώντες καί κεκοιμημένοι. Αλλάζει μόνον κάποιες μέρες τό τελετουργικό της, προκειμένου, όπως σημειώσαμε, νά προβάλη μόνον τό πρόσωπο τού Χριστού, πού δίνει νόημα στήν ζωή καί τόν θάνατο, αφού Αυτός είναι η ζωντανή ελπίδα γιά τήν οριστική κατάργηση τού θανάτου.

Όσοι δυσανασχετούν γιατί δέν μπορούν νά τελέσουν τά «τριήμερα», τά «εννιάμερα» ή τά «σαράντα» τών προσφιλών τους νεκρών στόν ακριβή χρόνο τους, αγνοούν ότι η προσευχή γιά τούς κεκοιμημένους δέν έχει απόλυτη ανάγκη τήν τελετή, καθώς καί ότι η ισχυρότερη προσευχή γι’ αυτούς είναι μυστική μνημόνευσή τους στήν Θ. Λειτουργία. Ακόμη αυτή η αντίληψή τους, πού γεμίζει ορισμένους μέ άγχος, δηλώνει ότι έχουν ειδωλοποιήσει τόν χρόνο, δηλαδή τόν παρόντα αιώνα τής φθοράς καί τού θανάτου.

Πηγή: Θησαυρός γνώσεων και ευσεβείας