Ράδιο ἈνθοΕυωδίες

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2012

Δύο παρατάξεις

Κυριακὴ Πεντηκοστῆς (Ἰωάν. 7,37-52· 8,12)

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
στον ιερό ναό του Ἁγίου Γεωργίου Φλωρίνης 6-6-1982)

«Σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι᾽ αὐτόν» (Ἰωάν. 7,43)

ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, εἶνε μία ἀπὸ τὶς με­γαλύτερες ἑορτές. Ἑορτάζουμε, κατὰ τοὺς πατέρας, τὰ γενέθλια τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως ὁ καθένας μας ἔχει γενέθλια, ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία. Ἡμέρα γεννήσεώς της εἶνε ἡ σημερινή, κατὰ τὴν ὁποία τὸ Πνεῦμα τὸ ἅ­γιο ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν κατῆλθε στοὺς μα­θητάς, τοὺς ἀγραμμάτους ἁλιεῖς τῆς Γαλιλαίας, καὶ τοὺς ἀνέδειξε διαπρυσίους κήρυκας.

Σήμερα ὡς εὐαγγέλιο διαβάζεται μία σχετι­κὴ περικοπή. Τὴν προσέξατε; Ὅταν διαβάζωνται τὰ ἀναγνώσματα καὶ οἱ εὐχές, πρέπει νὰ προσέχουμε, ὥστε νὰ μὴ μᾶς διαφεύγῃ οὔ­τε λέξι ἀπὸ τὰ ἱερὰ κείμενα. Οἱ περισσότεροι δυσ­τυχῶς ἀκοῦνε ἀλλὰ δὲν καταλαβαίνουν.

Γι᾽ αὐτὸ ἐπιτρέψτε μου, τὴν ἅγια αὐτὴ μέρα, νὰ ῥίξουμε μιὰ ματιὰ στὸ εὐαγγέλιο. Τί λέει;



Οἱ Ἰουδαῖοι ἑώρταζαν καὶ ἑορτάζουν μέχρι σήμερα μία μεγάλη ἑορτή, τὴν σκηνοπηγία, εἰς ἀνάμνησιν ἑνὸς ἱστορικοῦ γεγονότος. Ὅ­ταν δηλαδὴ οἱ πρόγονοί τους, μετὰ ἀπὸ σκλα­βιὰ αἰώνων, βγῆκαν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ ἐπέστρεφαν στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, πέρασαν σα­ράντα χρόνια περιπλανώμενοι στὴν ἔρημο. Δὲν κατοικοῦσαν βέβαια σὲ σπίτια· ἔμεναν κάτω ἀπὸ σκηνές. Αὐτὸ λοιπὸν ἐνθυμοῦντο μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς σκηνοπηγίας, ποὺ διαρκοῦ­σε ὀκτὼ ἡ­μέρες. Τότε οἱ Ἑβραῖοι ἄφηναν τὰ σπίτια τους, ἔστηναν σκηνές, καὶ ἔμεναν ὅλοι κάτω ἀπὸ αὐτές, ἀκόμα καὶ οἱ πιὸ πλούσιοι.

Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο λέει, ὅτι τὴν τελευταία ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῆς σκηνοπη­γί­ας ὁ Χριστὸς πῆγε στὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντος, στάθηκε στὸ προαύλιο ποὺ χωροῦσε χιλιάδες κόσμο, καὶ ἐκεῖ ἐδίδασκε. Προσέξατε μιὰ λέξι τοῦ εὐαγγελίου; Δὲν λέει ἁπλῶς ὅτι μίλησε, ἀλλὰ ὅτι «ἔκραξε» (Ἰωάν. 7,37). Τί θὰ πῇ «ἔκραξε»; Φώναξε μὲ ὅλη τὴ δύναμι τῶν πνευμόνων του. Ἂς τ᾽ ἀκούσουν αὐτὸ μερικοὶ ποὺ μᾶς σχολιάζουν. Φωνάζει, λένε, δὲ μποροῦμε νὰ τὸν ἀκοῦμε… Δὲν φωνάζουμε γιὰ τ᾽ ἀμπέ­λια καὶ τὰ χωράφια μας· ἂν δὲν πιστεύαμε, θὰ σιωπούσαμε. Φωνάζουμε ὅπως ἡ μάνα ὅταν δῇ τὸ παιδί της νὰ κατρακυλάῃ ἀπ᾽ τὸ βράχο ἢ νὰ πέφτῃ μπροστὰ στὶς ῥόδες τοῦ αὐτοκινήτου, ἢ ὅπως ὁ στρατιώτης ἐν ὥρᾳ μάχης, ἢ ὅ­πως ἡ ὄρνιθα ὅταν δῇ γεράκι ν᾽ ἀπειλῇ τὰ ὀρ­νίθια της. Ἔτσι κι ὁ Χριστὸς φώναξε,«ἔκραξε», διότι ἔλεγε κάτι μεγάλο καὶ ὑψηλό. Τί ἔλεγε;

«Ὅποιος διψᾷ, ἂς ἔρχεται κοντά μου καὶ ἂς πίνῃ» (ἔ.ἀ.). Μιλάει γιὰ δίψα. Ποιά δίψα ἐννοεῖ ἐδῶ ὁ Χριστός; Ὄχι τὴ δίψα τὴ φυσική, γιὰ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἔδωσε τὸ δροσερὸ νερό, ποὺ τρέχει ἀπὸ πηγὲς καὶ πο­τάμια. Ἐννοεῖ κά­τι ἄλλο. Ὅπως τὸ σῶμα διψάει, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή. Τί διψάει ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου; Διψάει τὴν ἀλήθεια, τὴν εἰρήνη, τὴ δικαιοσύνη, τὴν ἀ­γάπη, τὴ συγχώρησι τῶν ἁμαρτημάτων, τὰ ὡραῖα καὶ ἀναγκαῖα αὐτὰ πράγματα.

Ποιός μπορεῖ νὰ τὰ δώσῃ αὐτά; Μήπως τὸ χρῆμα, ἡ ἐπιστήμη, ἡ τέχνη, ὁ κόσμος ὁλόκλη­ρος; Κανένα ἀπὸ αὐτά. Κι ὁ ἄνθρωπος μένει διψασμένος. Μοιάζει μὲ τὸν Τάνταλο, τὸν ἀρ­χαῖο ἐκεῖνο ἥρωα τῆς μυθολογίας ποὺ ἔβλε­πε μπροστά του νερό, μὰ μόλις ἅπλωνε τὸ χέ­ρι νὰ τὸ φτάσῃ, τὸ νερὸ ἔφευγε μακριὰ κι αὐτὸς ἔ­μενε πάντα διψασμένος. Διψασμένοι Τάνταλοι εἶνε κ᾽ οἱ ἄνθρωποι τοῦ αἰῶνος μας· διψοῦν, ἀλλὰ κανείς δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς ξεδιψάσῃ.

Ὅποιος λοιπὸν διψάει δίψα πνευματική, λέει ὁ Χριστός, ἂς ἔρχεται κοντά μου νὰ πίνῃ. Ὁ Χριστὸς ἔχει τὸ ἀθάνατο νερό.

Αὐτοὶ ποὺ τὸν ἄκουγαν ἀπὸ κάτω τί ἔνιωθαν ἆραγε; Πολλοὶ ἔλεγαν «Αὐτὸς εἶνε πρά­γματι ὁ προφήτης», καὶ ἄλλοι «Αὐτὸς εἶ­νε ὁ Χριστός». Ἄλλοι ὅμως ἔλεγαν· «Μὰ μπορεῖ ὁ Χριστὸς νὰ ἔρχεται ἀπὸ τὴ Γαλιλαία; Δὲ λέει ἡ γραφή, ὅτι θά ᾽νε ἀπόγονος του Δαυῒδ καὶ θὰ προέρχεται ἀπὸ τὴ Βηθλεέμ;». Ἔτσι λοι­πὸν «σχίσμα ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι᾽ αὐ­τόν» (ἔ.ἀ. 7,43). Χωρίστηκαν σὲ δύο παρατάξεις· ἄλλοι τὸν παραδέχονταν, ἄλλοι τὸν ἀπέρριπταν· με­­ρικοὶ μάλιστα ἤθελαν καὶ νὰ τὸν συλλάβουν, μὰ κανείς δὲν ἅπλωσε χέρι πάνω του.

Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ φαρισαῖοι καὶ ἀρχιερεῖς εἶ­χαν στείλει ὑπηρέτες τους νὰ τὸν πιάσουν (βλ. ἔ.ἀ. στ. 32). Καὶ πῆγαν οἱ ἀπεσταλμένοι, ἀλλὰ γύρισαν ἄπρακτοι· τοὺς κατέπληξε ἡ διδασκαλία του. «Γιατί δὲν τὸν φέρατε;» τοὺς ρωτοῦν τ᾽ ἀφεντικά. Κι αὐτοὶ ἀπαντοῦν· «Οὐ­δέποτε οὕ­τως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗ­τος ὁ ἄνθρωπος» (ἔ.ἀ. 7,46). Τέτοια λόγια δὲν ξανακούσαμε.

Ὁ Χριστὸς εἶχε τὸ Πνεῦμα ἅ­γιο. Ἡ διδασκα­λία του καὶ τὰ μυστήρια τῆς Ἐκ­κλησίας του μεταδίδουν τὸ Πνεῦμα ἅγιο ποὺ ἑ­ορτάζουμε σήμερα. Πνεῦμα ἅγιο! Πῶς νὰ ἐκφρασθοῦμε; Εἶνε μερικὰ πράγματα ποὺ ἡ γλῶσσα δὲ μπορεῖ νὰ τὰ πῇ. Γι᾽ αὐτὸ ἡ Γραφὴ καὶ οἱ πατέρες χρησιμοποιοῦν εἰκόνες καὶ παραδεί­γματα. Ἔ­τσι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο παρουσιάζεται ἄλλοτε σὰν φωτιὰ ἐξ οὐρανοῦ ποὺ φωτίζει καὶ θερμαί­νει, ἄλλοτε σὰν νερὸ δροσερὸ ποὺ ἀρδεύει κάμ­πους, καὶ ἄλλοτε σὰν ἄνεμος σφοδρὸς καὶ θύελ­λα ποὺ ξερριζώνει δέντρα τῆς ἁμαρτίας. Ποικίλες εἶνε οἱ ἐνέργειες τοῦ ἁγίου Πνεύματος.

Ἀπὸ τότε ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς τὰ λόγια του πέρασαν αἰῶνες. Στὸ διάστημα αὐτὸ παρουσι­άστησαν πολλοὶ σοφοί, ποὺ εἶ­παν καὶ ἔγρα­ψαν πολλά. Τώρα, κατὰ τὸ πλεῖ­στον, αὐτοὶ ἔχουν λη­σμονηθῆ· κά­που – κάπου ψάχνει κανεὶς σὲ βιβλιοθῆ­κες νὰ βρῇ τί εἶπαν. Τὰ λόγια ὅμως τοῦ Χριστοῦ ἐξακο­λου­θοῦν ν᾽ ἀκούγωνται καὶ νὰ διαδίδωνται. Ὅ­που νὰ πᾶμε, σ᾽ ἀνατολὴ καὶ δύσι, βορρᾶ καὶ νότο, παντοῦ θὰ βροῦμε τὸ Εὐ­αγγέλιο διαδεδο­μένο· ὄχι ὅμως χωρὶς ἐμπόδια.

Πῶς διατίθενται σήμερα οἱ ἄνθρωποι ἀπέναντι στὸ Εὐαγγέλιο; Ὅπως καὶ τότε, στὰ χρό­­νια τοῦ Χριστοῦ, χωρίζονται σὲ δύο παρατάξεις. Στὴ μία εἶνε ὅσοι τὸ δέχονται, τὸ ἀ­σπάζον­­ται, τὸ ζοῦν, πεθαίνουν γι᾽ αὐτό. Στὴν ἄλλη παράταξι εἶνε ὅσοι μένουν ξένοι πρὸς τὸ Εὐ­αγγέλιο. Ἐ­δῶ ἄλλοι μὲν ἀδιαφοροῦν. Μίλα τους γιὰ λεφτὰ γιὰ γυναῖκες καὶ ἔρωτες γιὰ πολιτικὴ γιὰ συμφέροντα ἐπίγεια, τεντώνουν τ᾽ αὐτὶ ν᾽ ἀ­κούσουν· ἂν τοὺς μιλή­σῃς γιὰ οὐράνια πρά­γμα­τα, γιὰ παράδεισο κόλασι αἰώνιο ζωή, δὲ δίνουν σημασία. Ἄλλοι πάλι ἀμφιβάλλουν γιὰ τὶς ἀ­λήθειες τοῦ Εὐαγγελίου, εἶνε πάντα σκεπτικοὶ κ᾽ ἐ­πιφυλακτικοί. Ἄλλοι ὅμως εἶνε τελείως ἀρ­­νητικοὶ ἢ καὶ ἐπιθετικοί, μάλιστα στὴν ἐποχή μας. Κάνουν σὰν τὰ λυσσασμένα σκυλιά. Ποτέ ἄλ­λοτε δὲν ἐκ­δηλώθηκε τέτοια μανία· εἰ δυνα­τὸν νὰ γκρεμίσουν τὴν Ἐκκλησία, νὰ τὴν ἐξαφανί­σουν. Ὅ­πως τότε οἱ φαρισαῖοι ἔστειλαν ὑπηρέτες νὰ φιμώσουν τὸ Χριστό, ἔτσι καὶ σήμερα νεώτεροι φαρισαῖοι τοῦ πνεύματος, ἄνθρωποι δῆθεν τῶν γραμμάτων, ἐπιτίθενται ἐναντίον του μὲ ὅ,τι διαθέτουν (ἔντυπα, ῥάδια, τηλεοράσεις, θεάματα κ.λπ.). Τοὺς ἐνοχλεῖ τὸ ὄνομά του, ἡ Ἐκκλησία του καὶ τὸ κήρυγμά της, τοὺς ἐνοχλεῖ ἡ παρουσία τοῦ ῥάσου, τοὺς ἐνοχλεῖ ἀ­κόμα κ᾽ ἡ καμπάνα καὶ θέλουν νὰ μὴ χτυπάῃ. Ἄλλοτε ἄκουγε τὴν καμ­πάνα κι ὁ βοσκὸς στὴν ὕπαιθρο κ᾽ ἔκανε τὸ σταυρό του· τώρα ὅ,τι θυμίζει τὸ Θεὸ ἔγινε ἀποκρουστικὸ καὶ μισητό. Στὸ σημεῖο ποὺ φτάσαμε, κάτι κακὸ θὰ μᾶς συμβῇ· ἢ κανένας σεισμὸς ἢ κανένας πόλεμος ἢ κάτι ἄλλο.

Τὰ λέω αὐτὰ γιὰ ὅλους, δὲν μέμφομαι κάποια συγκεκριμένη πολιτικὴ παράταξι. Δὲν πο­λιτικολογῶ, δὲν κομματίζομαι· εἶμαι ὑπερ­άνω κομμάτων, ὁμιλῶ ἐν ὀ­νόματι Κυρίου. Πρέπει ὁ λαός μας νὰ τὸ αἰ­σθανθῇ πλέον, ὅτι ζοῦμε σὲ ἐποχὲς κατατρεγμοῦ, συγκεκαλυμμένου διωγμοῦ, ὅ­πως αὐτὴ ποὺ περι­γράφει σήμερα τὸ Εὐαγγέλιο ὅταν λέῃ ὅτι ἔ­στειλαν ἀπόσπασμα νὰ συλλάβουν τὸ Χριστό. Ἂς ξυπνήσουμε. Δὲν πρόκειται περὶ πολιτικολογίας, περὶ μικροῦ καὶ ἀσημάντου πράγματος· πρόκειται περὶ μεγάλου καὶ ὑψηλοῦ ζητήματος. Τὸν ὑλισμὸ καὶ τὴν ἀθεΐα ἐλέγχουμε. Οἱ ὑλισταὶ καὶ ἄθεοι μισοῦν τὸ ἀληθινὸ φῶς, ποὺ εἶνε ὁ Χριστός. Μοιάζουν μὲ ἀσπάλακες, τυφλοπόντικες, ποὺ ἀνοίγουν λαγούμια καὶ κινοῦνται στὸ σκοτάδι· δὲν θέλουν νὰ δοῦν καὶ ν᾽ ἀκούσουν τὸ Θεό, καὶ κινοῦνται μέσα σὲ κρησφύγετα τῆς ἀμφιβολίας καὶ τῆς ἀπιστίας.

Ἀλλ᾽ «ὅσοι πιστοί»! Τὸ εἶπα καὶ ἄλλοτε· κι ἂν μείνῃς ἕνας μέσ᾽ στὸ σπίτι ἢ στὸ σχολεῖο ἢ στὴν κοινωνία, μὴ φοβᾶσαι. Ἐσὺ θὰ νική­σῃς, ὄχι οἱ πολλοί. Εἰς πεῖσμα τῶν δαιμόνων, ὁ Χριστὸς νικᾷ καὶ θριαμβεύει εἰς τοὺς αἰῶνας.

Πιστεύω ὅτι μιλῶ σὲ ἀνθρώπους μὲ χρῖσμα πίστεως, σὲ ἀνθρώπους ποὺ αἰσθάνονται τὸ μήνυμα τῆς ἁγίας αὐτῆς ἡμέρας. Κλεῖστε τ᾽ αὐτιά σας στοὺς ἀπίστους καὶ ἀθέους. Ἑ­νω­μέ­νος ὁ πιστὸς λαὸς θὰ δώσῃ τὴ μεγάλη μάχη γιὰ νὰ μείνῃ αὐτὸς ὁ τόπος στὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ.

Θυσιάστηκαν χιλιάδες γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό. Καὶ πιστεύω ὅτι, χάρι στὴ θυσία ἐκείνων, ὁ τόπος μας δὲν θὰ ὑποκύψῃ στὴν ἀθεΐα, ἀλλὰ θὰ μείνῃ στὸ φῶς τοῦ ἐσταυρωμένου Λυτρω­τοῦ τοῦ κόσμου· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦ­τε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

Πηγή: Ορθόδοξος Έλληνας Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης