Ράδιο ἈνθοΕυωδίες

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Θεόδωρος ὁ Βυζάντιος (1774 - 1795)


Ἕνας ἔνδοξος νεομάρτυς διασώζει τὴ Μυτιλήνη
ἀπὸ τὴ θανατηφόρο πανώλη
 καὶ ἀνακηρύσσεται πολιοῦχος ἅγιος τοῦ νησιοῦ

τοῦ Ἀριστείδη Γ. Θεοδωρόπουλου, 
Ἐκπαιδευτικοῦ

Μέσα στὴ σεπτὴ χορεία τῶν ἐνδόξων νεομαρτύρων τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ποὺ ἔλαμψαν ὡς φωταυγεῖς ἀστέρες τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, ξεχωριστὴ θέση κατέχει ὁ Ἅγιος νεομάρτυς Θεόδωρος ὁ Βυζάντιος, ὁ πολιοῦχος ἅγιος τῆς Μυτιλήνης, ὁ ὁποῖος ἀπαγχονίστηκε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ στὶς 17 Φεβρουαρίου 1795 καὶ διέσωσε τὴν πρωτεύουσα τοῦ ἀκριτικοῦ καὶ εὐλογημένου αὐτοῦ νησιοῦ τοῦ Αἰγαίου ἀπὸ τὴ θανατηφόρο ἐπιδημία τῆς πανώλης τὸ 1832.



 Ὁ Ἅγιος νεομάρτυς Θεόδωρος γεννήθηκε τὸ 1774 στὸ Νεοχώρι τοῦ Βυζαντίου καὶ ἔζησε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς βασιλείας τοῦ σουλτάνου Μαχμοὺτ Α΄. Οἱ γονεῖς του ὀνομάζονταν Χατζὴ Ἀναστάσιος καὶ Σμαραγδὴ καὶ ἀνέθρεψαν χριστιανικὰ τόσο τὸν Θεόδωρο, ὅσο καὶ τὰ δύο ἀδέλφια του, τὸν Ἀντώνιο καὶ τὸν Γεώργιο. Μάλιστα ὁ Γεώργιος εἶχε τέτοια χριστιανικὴ εὐσέβεια, ποὺ μετὰ τὸν μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ ἀδελφοῦ του, τοῦ Θεοδώρου, χειροτονήθηκε μητροπολίτης Ἀδριανουπόλεως μὲ τὸ ὄνομα Γρηγόριος. Ἀπὸ μικρὸς ὁ Θεόδωρος ἤθελε νὰ γίνει ζωγράφος καὶ γι’ αὐτὸ πῆγε μὲ ἕναν ζωγράφο στὰ ἀνάκτορα τοῦ σουλτάνου, ὅπου ἄρχισε νὰ ἐργάζεται. Ὅμως μέσα στὸ μουσουλμανικὸ περιβάλλον τῶν ἀνακτόρων παρασύρθηκε ἀπὸ τὶς ἡδονὲς καὶ τὴ χλιδὴ σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε ἀρνήθηκε τὴ χριστιανική του πίστη καὶ ἀσπάσθηκε τὸν μωαμεθανισμό.

 Πέρασαν τρία χρόνια καὶ ἡ θανατηφόρος ἐπιδημία τῆς πανώλης ἄρχισε νὰ μαστίζει τὴν περιοχὴ τοῦ Βυζαντίου. Πολλοὶ ἄνθρωποι ὅλων τῶν κοινωνικῶν τάξεων ὁδηγήθηκαν στὸν θάνατο, γεγονὸς ποὺ ἔκανε τὸν Θεόδωρο νὰ φοβηθεῖ καὶ νὰ σκεφθεῖ τὸν Θεό. Συναισθανόμενος τὸ ἁμάρτημά του ἄρχισε νὰ ἀναζητᾶ τρόπο γιὰ νὰ δραπετεύσει ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα καὶ νὰ μετανοήσει γιὰ τὴν ἐξώμοσή του. Προσπάθησε νὰ φύγει, ἀλλὰ δὲν τὰ κατάφερε, ἀφοῦ ὁ δυνατὸς θόρυβος τῆς πτώσης του ἀπὸ ψηλὸ τοῖχο κινητοποίησε τοὺς μωαμεθανοὺς τῶν ἀνακτόρων, οἱ ὁποῖοι καὶ τὸν συνέλαβαν. Ἡ δεύτερη προσπάθειά του στέφθηκε ὅμως μὲ ἐπιτυχία. Μὲ τὴ βοήθεια ἑνὸς χριστιανοῦ γούναρη τῶν ἀνακτόρων προμηθεύτηκε ναυτικὰ ροῦχα καὶ ἀφοῦ μουτζούρωσε τὸ πρόσωπό του, ἔδεσε ἕνα μαντήλι στὸ μέτωπό του καὶ σηκώνοντας στοὺς ὤμους του μία στάμνα, ἔφυγε ἀπὸ τὸ παλάτι χωρὶς νὰ γίνει ἀντιληπτὸς ἀπὸ κανέναν. Μετὰ τὴ δραπέτευσή του κατόρθωσε νὰ φτάσει σὲ συγγενικό του σπίτι, ὅπου μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες ἐξομολογήθηκε, χρίσθηκε μὲ Ἅγιο Μύρο καὶ κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων.

 Γιὰ νὰ μὴν ἀνακαλυφθεῖ ὅμως ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἀποφάσισε νὰ φύγει καὶ ἔφτασε στὴ Χίο, ἡ ὁποία στάθηκε ὁ τόπος τῆς ψυχικῆς του ἀνατάσεως, τοῦ πνευματικοῦ του ἀνεφοδιασμοῦ, τῆς βαθιᾶς του μετανοίας καὶ τῆς προετοιμασίας του γιὰ νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸν Χριστό. Ἡ καρποφόρα αὐτὴ πνευματικὴ προετοιμασία ὀφείλεται στὴν καθοδήγησή του ἀπὸ τὸν Ἅγιο Μακάριο Ἀρχιεπίσκοπο Κορίνθου τὸν Νοταρὰ (1731 – 1805), ὁ ὁποῖος ἀναδείχθηκε Γενάρχης τοῦ Φιλοκαλισμοῦ, πολύτιμος συγγραφέας καὶ θαυμαστὸς ἀλείπτης νεομαρτύρων. Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ὁ Ἅγιος Μακάριος ἐφησυχάζει καὶ ἀσκητεύει στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Πέτρου πάνω ἀπὸ τὴν κωμόπολη τοῦ Βροντάδου καὶ σ’ αὐτὸν τὸν χῶρο ὁ Ἅγιος Θεόδωρος βρίσκει τὴν εὐκαιρία νὰ διαβάσει πολλὰ ψυχωφελῆ βιβλία καὶ κυρίως τὰ μαρτυρολόγια τῶν νέων μαρτύρων, ποὺ τὸν ἐνισχύουν στὴν πίστη του καὶ τὸν παροτρύνουν νὰ ὁμολογήσει τὸν Χριστὸ καὶ νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὴν ἀγάπη Του. Τρεῖς φορὲς ἐξομολογήθηκε μὲ δάκρυα στὸν Ἅγιο Μακάριο γιὰ τὸ φοβερὸ ἁμάρτημα τῆς ἀρνησιθρησκείας ζητώντας τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ καθημερινὰ ὑποβαλλόταν σὲ νέες δοκιμασίες γιὰ νὰ στερεωθεῖ στὴν πίστη του καὶ στὴν ἀπόφασή του νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸν Χριστό.

Ὁπλισμένος μὲ ἀκλόνητη πίστη καὶ σθεναρὸ φρόνημα ὁ νεαρὸς Θεόδωρος ἀνεχώρησε γιὰ τὴ Μυτιλήνη γιὰ νὰ ὁμολογήσει ἐκεῖ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ μαρτυρήσει γι’ Αὐτόν. Στὸ ταξίδι τοῦ τὸν συνόδευσε καὶ ὁ εὐλαβὴς μοναχὸς Νεόφυτος, ὁ ὁποῖος ἔμεινε κοντά του μέχρι τὸ μαρτύριό του, συμπροσευχόμενος καὶ ἐνισχύοντας τὸν ψυχικά. Ὁ Θεόδωρος τοῦ ζήτησε μάλιστα μετὰ τὸν θάνατό του νὰ πάει νὰ βρεῖ τοὺς γονεῖς του γιὰ νὰ τοὺς παρηγορήσει, ἀλλὰ καὶ νὰ εὐχαριστήσει γιὰ μία ἀκόμη φορᾶ τὸν Ἅγιο Μακάριο, ὁ ὁποῖος τὸν καθοδήγησε πνευματικὰ καὶ τὸν στερέωσε στὴν πίστη του. Μέχρι σήμερα σώζονται ἑπτὰ ἐπιστολὲς τοῦ Ἁγίου Μακαρίου πρὸς τὴν οἰκογένεια τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου.

Στὴ Μυτιλήνη ὁ νεαρὸς Θεόδωρος, ἀφοῦ κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, φόρεσε τουρκικὰ ἐνδύματα καὶ παρουσιάστηκε μὲ θάρρος στὶς τουρκικὲς ἀρχὲς ὁμολογώντας μὲ παρρησία τὴ χριστιανική του πίστη, τὴν ὁποία, ὅπως εἶπε, πρὶν δέκα χρόνια πρόδωσε, ἀσπαζόμενος τὸν μωαμεθανισμό. Μάλιστα μπροστὰ στὰ ἔκπληκτα μάτια τοῦ κριτῆ πέταξε τὸν μωαμεθανικὸ σκοῦφο, ἔσχισε τὰ ἐνδύματά του καὶ τὰ ποδοπάτησε περιφρονητικά. Στὴν ἀρχὴ νόμισαν, ὅτι εἶναι τρελός, ἀλλὰ ὁ μάρτυς ἀπάντησε, ὅτι εἶναι χριστιανὸς ὀρθόδοξος καὶ θὰ πεθάνει χριστιανός. Ἡ ὁμολογία τοῦ Θεοδώρου ἐξόργισε τόσο πολὺ τὸν κριτὴ καὶ τοὺς παρευρισκομένους, ὥστε ἀφοῦ τὸν μαστίγωσαν, τὸν ἔστειλαν στὸ παλάτι τοῦ Ναζήρη. Ἐκεῖ τὸν ἔβαλαν στὴ φυλακὴ καὶ τὸν ὑπέβαλαν σὲ πλῆθος βασανιστηρίων. Τὰ πόδια του ἦταν δεμένα καὶ στὸν λαιμό του εἶχαν περάσει βαριὰ ἁλυσίδα. Κάθε μωαμεθανός, ποὺ περνοῦσε ἀπὸ μπροστά του, τὸν κορόιδευε ὅτι εἶναι τρελός, ἐνῶ ἐκεῖνος ὁμολογοῦσε τὸν Χριστὸ καὶ δήλωνε, ὅτι εἶναι ὑγιὴς καὶ σώφρων.

Τὴν ἑπομένη ἡμέρα ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ Ναζήρη, ὁ ὁποῖος προσπάθησε μὲ δῶρα καὶ ὑποσχέσεις νὰ τὸν μεταπείσει νὰ ἀσπασθεῖ καὶ πάλι τὸν μωαμεθανισμό. Ὁ Θεόδωρος ὅμως ὁμολόγησε καὶ πάλι μὲ παρρησία τὴ χριστιανική του ταυτότητα, ἀλλὰ καὶ τὴ σταθερή του πρόθεση νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸν ἕνα καὶ ἀληθινὸ Θεό. Τότε ὁ Ναζήρης διέταξε νὰ τὸν κλείσουν στὴ φυλακὴ καὶ ἀφοῦ τὸν ἔδεσαν, τὸν μαστίγωσαν ἀνελέητα μὲ 300 μαστιγώσεις. Ἄφησαν μάλιστα καὶ τὶς πόρτες τῆς φυλακῆς ἀνοικτὲς καὶ κάθε φορά ποὺ ἔμπαινε κάποιος Τοῦρκος, τὸν κτυποῦσε βάναυσα. Ὁ Θεόδωρος προσευχόταν διαρκῶς στὸν Θεὸ καὶ δεχόταν μὲ καρτερία τὰ βασανιστήρια, ἐνῶ συνέχισε νὰ δηλώνει, ὅτι εἶναι χριστιανός. Ἔφτασαν μάλιστα στὸ σημεῖο νὰ τοῦ βγάλουν τὰ μάτια καὶ νὰ τοῦ γυρίσουν τὸ κεφάλι πρὸς τὰ πίσω, ἐνῶ γιὰ νὰ τὸν κάνουν νὰ σωπάσει, τοῦ ἔβαλαν στὸ στόμα μία ράβδο καὶ τοῦ ἔσπασαν τὰ δόντια.

Τὸ πρωὶ τοῦ Σαββάτου ὁ χριστιανὸς φύλακας τὸν βρῆκε μισοπεθαμένο μέσα στὴ φυλακὴ νὰ ψάλλει χαμηλόφωνα τὸν ὕμνο «Τῇ Ὑπερμάχῳ». Στὴ συνέχεια τοῦ ζήτησε νὰ πεῖ στὸν ἀρχιερέα νὰ τοῦ ἀποστείλει Θεία Κοινωνία, ὅπως καὶ ἔγινε.

Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ κάποιος νέος ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη μὲ τὸ ὄνομα Γεώργιος εἶχε διαβάσει γιὰ τὰ μαρτύρια τῶν παλαιῶν μαρτύρων, ἀλλὰ εἶχε ἐκφράσει τὶς ἀμφιβολίες του γι’ αὐτά. Ἔτσι ἀκούγοντας τὰ βασανιστήρια τοῦ Θεοδώρου, ἐπιθυμοῦσε νὰ μπεῖ στὴ φυλακὴ καὶ νὰ δεῖ τὸν νεαρὸ ἀθλητὴ τῆς πίστεως. Γι’ αὐτὸ καὶ προκάλεσε τὸν ἐγκλεισμό του στὴ φυλακὴ καὶ ἔζησε ἀπὸ κοντὰ πολλὰ ἀπὸ τὰ βασανιστήρια, ποὺ ὑπέστη ὁ Θεόδωρος, ὅπως τὸ δέσιμο τοῦ κεφαλιοῦ μὲ σχοινί, τὸ κάψιμο τοῦ λαιμοῦ του καὶ τὸ μαστίγωμα. Ὁ Θεόδωρος εὐχαρίστησε τὸν νεαρὸ Γεώργιο, ποὺ βρέθηκε κοντά του καὶ τὸν ἐνίσχυσε μὲ τὴν παρουσία του στὸ μαρτύριο.

Ὁ τοπάρχης ὅμως τῆς περιοχῆς πληροφορούμενος τὰ γεγονότα, δήλωσε ὅτι ὅποιος βλασφημεῖ τὴ θρησκεία του, καταδικάζεται σὲ θάνατο. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐπισκέφθηκε τὸν Θεόδωρο στὴ φυλακή, ζητώντας του νὰ τοῦ δώσει τὸ «σαλαβάτι» του, δηλαδὴ τὴ μαρτυρία τῆς μουσουλμανικῆς θρησκείας. Τότε ὁ Θεόδωρος μὲ παρρησία καὶ σθένος μίλησε τόσο περιφρονητικὰ γιὰ τὸν Μωάμεθ καὶ τὴν πίστη του, ὥστε ἀποφασίστηκε ἡ θανατική του καταδίκη.

Στὶς 17 Φεβρουαρίου 1795, τὴν ἡμέρα δηλαδὴ τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος, καὶ σὲ ἡλικία 21 ἐτῶν ὁ νεαρὸς Θεόδωρος ἔλαβε τὸν ἀμάραντο στέφανο τοῦ μαρτυρίου μὲ τὸν δι’ ἀγχόνης μαρτυρικὸ θάνατο. Τὸ σῶμα τοῦ μάρτυρος ἔμεινε τρεῖς ἡμέρες κρεμασμένο στὴν ἀγχόνη καὶ πολλοὶ χριστιανοὶ προσέρχονταν μὲ εὐλάβεια καὶ ἔκοβαν τεμάχιο ἀπὸ τὸν χιτώνα του, τὸ ὁποῖο βουτοῦσαν στὸ αἷμα καὶ τὸ κρατοῦσαν ὡς φυλακτό. Μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες οἱ χριστιανοὶ ἐνταφίασαν τὸ μαρτυρικὸ λείψανο μὲ τὴν πρέπουσα ἐκκλησιαστικὴ τάξη στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Παναγίας Χρυσομαλλούσας στὴν πόλη τῆς Μυτιλήνης, ὅπου μέχρι σήμερα σώζεται ὁ τάφος του, ἐνῶ μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια πραγματοποιήθηκε ἡ ἀνακομιδὴ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου, τὸ ὁποῖο βρέθηκε ἀκέραιο. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ πιστοποίησε τὴν ἁγιότητα τοῦ νεομάρτυρος, ὁ ὁποῖος κατέλαβε ξεχωριστὴ θέση στὴ χορεία τῶν πολυαρίθμων ἁγίων της Λέσβου καὶ στὴ θρησκευτικὴ συνείδηση τῶν κατοίκων τοῦ νησιοῦ. Αὐτὸ ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὶς τριανταπέντε καὶ πλέον εἰκόνες τοῦ Ἁγίου, ποὺ φυλάσσονται σὲ ἱεροὺς ναοὺς τοῦ νησιοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἱστόρηση εἰκόνος τοῦ Ἁγίου τὸ 1798, τρία χρόνια δηλαδὴ μετὰ τὸ μαρτύριό του, τεθησαυρισμένη σήμερα στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίας Βαρβάρας Παμφίλων Λέσβου.

Μετὰ τὴν ἀνακομιδὴ τὸ ἄφθαρτο λείψανο τοῦ Ἁγίου τοποθετήθηκε στὴν κρύπτη τοῦ Ἱεροῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου μέχρι τὸ 1832. Κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ ἔγινε τὸ θαῦμα τῆς διασώσεως τῆς πόλεως τῆς Μυτιλήνης ἀπὸ τὴ θανατηφόρο πανώλη. Μόλις ξέσπασε ἡ φοβερὴ ἐπιδημία καὶ ὁ θάνατος ἄρχισε νὰ κτυπᾶ ὁλοένα καὶ περισσότερες οἰκογένειες, οἱ κάτοικοι ἀναγκάστηκαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὰ σπίτια τους καὶ νὰ διαφύγουν στοὺς γύρω λόφους. Ὅμως τίποτα δὲν μπόρεσε νὰ σταματήσει τὸν θάνατο, οὔτε καὶ ἡ ἀποστολὴ γιατρῶν καὶ φαρμάκων ἔφερε κάποιο ἀποτέλεσμα. Τότε ὁ Ἅγιος παρουσιάστηκε κατ’ ὄναρ τὸ βράδυ τῆς πρώτης Παρασκευῆς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς στὸν τότε Πρωτοσύγκελλο Καλλίνικο καὶ τοῦ παρήγγειλε νὰ πεῖ στὸν Μητροπολίτη νὰ μαζέψει τοὺς χριστιανούς, ποὺ εἶχαν φύγει ἀπὸ τὴν πόλη καὶ νὰ κάνουν ἀγρυπνία στὸν Μητροπολιτικὸ Ναό, βγάζοντας τὸ λείψανο ἀπὸ τὴν κρύπτη τοῦ ναοῦ. Ὁ Πρωτοσύγκελλος δὲν ἔδωσε σημασία στὸ ὄνειρο, ἀλλὰ ὁ Ἅγιος ἐμφανίστηκε καὶ πάλι στὸν ὕπνο του μετὰ ἀπὸ μία ἑβδομάδα. Τότε ἐνημέρωσε τὸν Μητροπολίτη, ὁ ὁποῖος μὲ τὴ σειρά του ζήτησε ἀπὸ τὸν Τοῦρκο διοικητὴ νὰ εἰδοποιηθοῦν οἱ χριστιανοὶ γιὰ νὰ τελεσθεῖ ἡ ἀγρυπνία. Κατὰ τὶς πρωινὲς ὧρες καὶ ἐνῶ ὁ ναὸς ἦταν κατάμεστος ἀπὸ χριστιανούς, ποὺ παρακολουθοῦσαν τὴν ἀγρυπνία, ὁ Μητροπολίτης καὶ ὁ Πρωτοσύγκελλος ἔβγαλαν ἀπὸ τὴν κρύπτη τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου καὶ ἔκαναν λιτανεία γύρω ἀπὸ τὸν ναό. Ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ σταμάτησε ἡ ἐπιδημία τῆς πανώλης, γεγονὸς ποὺ ὁδήγησε στὴν καθιέρωση καὶ ἀνακήρυξη τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Βυζαντίου ὡς πολιούχου καὶ προστάτου τῆς πόλεως καὶ τοῦ νησιοῦ τῆς Μυτιλήνης. Ἀπὸ τὸ 1832 τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ πολιούχου τοῦ νησιοῦ φυλάσσεται ὡς «τιμαλφὴς θησαυρὸς» στὸν Ἱερὸ Μητροπολιτικὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, εἰς ἀνάμνηση δὲ τῆς θαυματουργικῆς διασώσεως τῆς πόλεως τῆς Μυτιλήνης ἀπὸ τὴ θανατηφόρο πανώλη καθιερώθηκε ἀπὸ τὸ 1936 μὲ πρωτοβουλία τοῦ Μητροπολίτου Μυτιλήνης Ἰακώβου τοῦ ἀπὸ Δυρραχίου παλλεσβιακὴ πανήγυρις μὲ πάνδημη λιτάνευση τοῦ ἱεροῦ λειψάνου του στὴν πόλη τῆς Μυτιλήνης τὴν Κυριακή τοῦ Παραλύτου.

Τὸ 1995 πραγματοποιήθηκαν ἐπίσης στὴ Μυτιλήνη λαμπρὲς ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐπετειακῆς συμπληρώσεως 200 ἐτῶν ἀπὸ τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου (1795-1995), μεταξὺ δὲ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ἡ θεμελίωση τοῦ περικαλλοῦς Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου στὸ προαύλιο τοῦ Στρατηγείου τῆς 98 ΑΔΤΕ, ἐνῶ τὸ 1998 συνεκλήθη καὶ τὸ πρῶτο Εἰδικὸ Ἐπιστημονικὸ Συνέδριο πρὸς τιμήν του.

Εὐχὴ ὅλων μας εἶναι ὁ πολιοῦχος τῆς Μυτιλήνης Ἅγιος νεομάρτυς Θεόδωρος ὁ Βυζάντιος νὰ πρεσβεύει ἀδιάλειπτα στὸν Πανάγαθο Θεὸ γιὰ τὴν ἐνίσχυση τῆς χριστιανικῆς πίστεως στὴν Ἑλλάδα τοῦ 21ου αἰώνα καὶ γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας στὴν ὑλιστικὴ καὶ τεχνοκρατικὴ ἐποχή μας.

Πηγή: Χριστιανική Βιβλιογραφία