Ράδιο ἈνθοΕυωδίες

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Μεγαλομάρτυς Θεόδωρος ὁ Στρατηλάτης (8 Φεβ)


Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα

Ο άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης έζησε στά χρόνια τής βασιλείας τού Λικίνιου (τέλη τού 3ου καί αρχές τού 4ου αιώνα). Καταγόταν από τά Ευχάϊτα τής Γαλατίας καί διέμενε στήν Ηράκλεια τού Ευξείνου Πόντου. Ήταν αξιωματικός τού ρωμαϊκού στρατού καί διακρινόταν γιά τήν γενναιότητά του. Είχε τό χάρισμα τού λόγου, τό οποίο αξιοποίησε κατά τόν καλύτερο τρόπο, αφού τό έκανε εργαλείο πού τόν βοήθησε πολύ στήν σπορά τού λόγου τού Θεού. Μέ τόν φλογερό ιεραποστολικό ζήλο πού τόν διέκρινε εκήρυττε τόν λόγο τού Θεού μέ παρρησία καί θάρρος καί προσήλκυσε πολλούς καλοπροαίρετους στήν πίστη τού Χριστού.



Ο Λικίνιος θαύμαζε τήν γενναιότητα τού Θεόδωρου, καθώς καί τό χάρισμα τού λόγου τό οποίο είχε καί εξέφρασε τήν επιθυμία νά τόν συναντήση γιά νά ομιλήσουν, παρά τό ότι πληροφορήθηκε ότι είναι Χριστιανός. Ο άγιος Θεόδωρος τόν προϋπάντησε στήν κεντρική πύλη τής Πόλεως καί εκείνος τού πρότεινε νά πάνε στόν ειδωλολατρικό ναό γιά νά προσευχηθούν καί νά θυσιάσουν στά είδωλα. Ο άγιος Θεόδωρος τού ζήτησε νά τού εμπιστευθή τά χρυσά καί αργυρά αγάλματα τών θεών του πού κουβαλούσε μαζί του, γιά νά προσευχηθή στό σπίτι του. Ο άγιος προσευχήθηκε στόν αληθινό Θεό καί στήν συνέχεια έσπασε σέ μικρά κομμάτια τά αγάλματα καί τά μοίρασε στούς φτωχούς. Όταν τό πληροφορήθηκε ο Λικίνιος διέταξε καί τόν εβασάνισαν σκληρά. Ο άγιος υπέμεινε μέ υπομονή, εσωτερική ειρήνη καί χαρά τά φρικτά βασανιστήρια, τίς φυλακίσεις καί τήν σταύρωση, δοξολογώντας τόν Θεόν, ο Οποίος τόν θεράπευσε από όλες τίς πληγές, αλλά καί απέστειλε αγγέλους, οι οποίοι τόν κατέβασαν από τόν σταυρό. Ο Λικίνιος όταν είδε τόν άγιο νά βρίσκεται μπροστά του εντελώς υγιής διέταξε καί τόν αποκεφάλισαν καί έτσι παρέδωσε τήν αγία του ψυχή «εις χείρας Θεού ζώντος».

Ο βίος καί η πολιτεία του μάς δίνουν τήν αφορμή νά τονίσουμε τά ακόλουθα:

Ο Λόγος τού Θεού, μέ κεφαλαίο τό «λ», είναι ο Χριστός, τό Δεύτερο Πρόσωπο τής Αγίας Τριάδος. Καί ο λόγος τού Θεού, μέ μικρό τό «λ», είναι τά όσα λέγει ο Θεός στόν λαό Του, δηλαδή οι προτροπές, οι υποσχέσεις καί τά εντάλματά Του, τά οποία μεταφέρουν στόν λαό Του οι Προφήτες, καί τά οποία είναι «ρήματα ζωής αιωνίου», όπως είπε ο Απόστολος Πέτρος, απαντώντας σέ ερώτηση τού Χριστού. Δηλαδή, όταν ο Χριστός ερώτησε τούς δώδεκα μαθητάς Του εάν θέλουν καί αυτοί νά απομακρυνθούν από κοντά Του, όπως τό έκαναν άλλοι, επειδή τούς φάνηκε σκληρός ο λόγος Του πού αναφερόταν στήν μετάληψη τού Σώματος καί τού Αίματός Του, ο Απόστολος Πέτρος απάντησε: «Κύριε, πρός τίνα απελευσόμεθα; ρήματα ζωής αιωνίου έχεις» (Ιω. στ', 68). Δηλαδή, ο λόγος τού Θεού δέν είναι κενός λόγος, αλλά κρύβει μέσα του ζωή. Έχει ενέργεια καί Χάρη, καθώς καί τήν δύναμη νά ανακαινίση τόν άνθρωπο καί νά τόν οδηγήση στήν κοινωνία μέ τόν Θεό. Όταν ο λόγος τού Θεού βρίσκη ακροατές, οι οποίοι έχουν διάθεση νά εφαρμόσουν τά όσα ακούουν, τότε καρποφορεί, όπως ο σπόρος πού πέφτει στήν εύφορη γή. Αλλά η καρποφορία τού λόγου τού Θεού δέν εξαρτάται μόνον από τούς ακροατές αλλά καί από τούς κήρυκες τού θείου λόγου, οι οποίοι θά πρέπει νά προσπαθούν νά διδάσκουν καί νά εμπνέουν κυρίως μέ τό παράδειγμά τους. Άλλωστε, όπως λέγει ο άγιος Σεραφείμ τού Σαρώφ, η καλύτερη ιεραποστολή είναι εκείνη πού γίνεται «μέ τήν ένταση τής προσευχής καί τό παράδειγμα».

Ο λόγος τού διδασκάλου τής Εκκλησίας, ο οποίος έχει τήν ευλογία νά ομιλή καί νά παρηγορή τούς πιστούς, πρέπει νά είναι λόγος τού Θεού καί όχι λόγος περί τού Θεού. Αυτό σημαίνει ότι ο λόγος του πρέπει νά είναι εμπειρικός λόγος καί όχι στοχαστικός καί φιλοσοφικός. Δηλαδή, θά πρέπει νά μεταφέρη στόν λαό αυτά πού είδε καί άκουσε από τόν Θεό, όπως οι Προφήτες, οι οποίοι πρότασσαν τής ομιλίας τους τήν φράση: «τάδε λέγει Κύριος». Δηλαδή, ο Προφήτης λέγει ότι, προσέξτε καλά, επειδή αυτά πού θά σάς πώ δέν είναι δικά μου λόγια, αλλά είναι εκείνα τά οποία μού είπε ο Θεός νά σάς πώ, καί εάν υπακούσετε ή παρακούσετε θά έχετε νά απολογηθήτε στόν Θεό καί όχι σέ μένα.

Τό ίδιο θά πρέπει νά κάνουν καί σήμερα οι κήρυκες τού θείου λόγου, δηλαδή οι Επίσκοποι, οι οποίοι είναι οι κατ’ εξοχήν διδάσκαλοι τής Εκκλησίας, αλλά καί οι Πρεσβύτεροι, οι Κατηχητές κ.λ.π., οι οποίοι διδάσκουν τόν λόγο τού Θεού μέ τήν ευλογία τού Επισκόπου. Καί άν δέν έχουν προσωπική γνώση τού Θεού, τότε θά πρέπει νά στηρίζονται στήν εμπειρία τών Αγίων Πατέρων, οι οποίοι μετέχουν στήν δόξα τού Θεού, καί επομένως ο λόγος τους δέν είναι αποτέλεσμα στοχασμού, αλλά είναι εμπειρικός λόγος, δηλαδή είναι λόγος τού Θεού. Καί, ασφαλώς, υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ εμπειρικού καί στοχαστικού λόγου, επειδή ο πρώτος έχει τήν δύναμη νά αναγεννήση τόν άνθρωπο, ενώ ο δεύτερος είναι κενός ανθρώπινος λόγος, χωρίς αναγεννητική δύναμη. Ο άγιος Διάδοχος Φωτικής ονομάζει τόν λόγο τών αγίων Πατέρων πνευματικό λόγο, ο οποίος χορταίνει τήν ψυχή, ενώ τήν διάνοια πού στοχάζεται καί φιλοσοφεί περί τού Θεού, τήν αποκαλεί πτωχότερη από κάθε τί στόν κόσμο. Καί προτρέπει τούς κήρυκας τού θείου λόγου νά προσεύχονται καί νά ζητούν τόν φωτισμό τού Θεού πρίν νά ομιλήσουν. Βέβαια, τό ίδιο θά πρέπει νά κάνουν καί όσοι μελετούν ή ακούουν τόν λόγο, γιά νά τούς φωτίση ο Θεός νά τόν κατανοήσουν σωστά, καί στήν συνέχεια νά τόν κάνουν βίωμά τους.

Τά λόγια τού Θεού είναι «λόγια αγνά», κατά τόν ιερόν Ψαλμωδό, τά οποία σοφίζουν τόν άνθρωπο, φωτίζουν τόν νού του καί καταγλυκαίνουν τήν καρδιά του. Είναι ισχυρά σάν τόν σεισμό, αλλά καί απαλά σάν τήν ποτιστική βροχή. Είναι πνευματικό νερό πού δροσίζει, αλλά είναι καί στερεά τροφή, πού στηρίζει καί δυναμώνει τόν πιστό καί τόν βοηθά νά υπερβαίνη τά καθημερινά του προβλήματα, νά διατηρή τήν εσωτερική του ειρήνη καί νά έχη χαρούμενη διάθεση ενώπιον τού Θεού καί τών ανθρώπων.

Πηγή: Εκκλησιαστική Παρέμβαση