Ράδιο ἈνθοΕυωδίες

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Σχολεῖα ἐγκεφάλων ἢ ἀνθρώπων



«Τὰ σχολεῖα δὲν εἶναι ἁπλῶς τόποι προσκτήσεως γνώσεων,
ἀλλὰ κυρίως φροντιστήρια ἠθικῆς, χριστιανικῆς καὶ ἐθνικῆς ἀγωγῆς».

Ἡ γλῶσσα κατακρεουργήθηκε, ἡ παράδοση διαπομπεύτηκε,
ἡ πίστη περιθωριοποιήθηκε, ἡ φιλοπατρία ποινικοποιήθηκε.»

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

«Κάλλιο γνώση παρὰ γρόσι». Ἀπὸ τὰ χρόνια τῆς δουλείας μᾶς ἔρχεται ἡ σοφὴ παροιμία τοῦ λαοῦ μας, ποὺ ἐξεικονίζει τὸν ζῆλο τῶν προγόνων μας γιὰ τὰ γράμματα. Ἀλλὰ γιὰ ποιά γράμματα; Ἐκεῖνο τὸ φαινομενικῶς ἁπλοϊκὸ τραγουδάκι τοῦ «Κρυφοῦ Σχολειοῦ», τὸ «φεγγαράκι μου λαμπρό», μᾶς λέει ὅτι τὰ σκλαβόπουλα, «μέσα στὴ θολόκτιστη ἐκκλησιά», ἄκουγαν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ παπᾶ γιὰ γράμματα καὶ σπουδάματα, ἀλλά, κυρίως, θέριευαν τὴν ἀποσταμένη ἐλπίδα μὲ «τοῦ Θεοῦ τὰ πράματα».

Ὅπως γράφει ὁ ἀκαδημαϊκὸς Σίμος Μενάρδος, στὰ χρόνια της φρικτῆς Ὀθωμανοκρατίας «…ἡ ψυχὴ τοῦ Ἔθνους ἀγρυπνοῦσε. Φτωχοὶ παπάδες καὶ δάσκαλοι, ποὺ ἐτρέφοντο μὲ λίγο ψωμί, εἶχαν τὸ σθένος εἰς τὸ βάθος τῆς ψυχῆς των, σθένος ποιητῶν. Καταλάβαιναν τὴν εὐθύνην ποὺ τοὺς ἐβάρυνε νὰ συνεχίσουν τὴν ἑλληνικὴν παράδοσιν, διηγοῦντο εἰς τὰ Ἑλληνόπουλα ποιὰ ἦταν ἄλλοτε ἡ πατρίδα τους καὶ τοὺς ἐδίδασκαν δύο ὀνόματα: Ἑλλὰς καὶ ἐλευθερία». (ἀρχ. Ἰω. Ἀλεξίου, «Ἡ Παιδεία στὴν Τουρκοκρατία», ἔκδ. «Ζωῆς», σελ. 181). Ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ σχολεῖα καὶ μὲ τέτοιους δασκάλους «ἀποφοίτησαν» τὰ λιοντάρια τοῦ ’21.



Μὰ καὶ ὁ ἅγιος τῶν σκλάβων, ὁ Πατροκοσμᾶς, τὰ ἴδια δὲν κανοναρχοῦσε στὸ Γένος; «Τὸ σχολεῖον ποτίζει τὴν ψυχὴ καὶ ἀνοίγει τὲς ἐκκλησιὲς» κήρυττε, γιατί γνώριζε ὁ ἅγιος ὅτι τὰ προσανάμματα τῆς ἐθνικῆς ἐλευθερίας τὰ προσφέρει τοῦ Χριστοῦ ἡ πίστη ἡ ἁγία. Ὁ πρῶτος καὶ τελευταῖος ἴσως Ρωμηὸς Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδας, ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας, εἶχε συλλάβει ἐναργέστατα ὅτι γιὰ νὰ «σταθεῖ» τὸ ἀρτιγενὲς κράτος στὴν χορεία τῶν «πεπολιτισμένων» ἐθνῶν τῆς Ἑσπερίας, πρέπει ἡ Παιδεία του νὰ ἀρδεύεται ἀπὸ τὶς ἀείχλωρες πηγὲς τῆς ρωμαίικης παράδοσης, εἰδάλλως καταντᾶ «παλιοψάθα τῶν ἐθνῶν». Γράφει σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Μουστοξύδη μεταξὺ ἄλλων. «Τὰ σχολεῖα δὲν εἶναι ἁπλῶς τόποι προσκτήσεως γνώσεων, ἀλλὰ κυρίως φροντιστήρια ἠθικῆς, χριστιανικῆς καὶ ἐθνικῆς ἀγωγῆς». (Ι. Καποδίστρια, «Κείμενα», ἔκδ. ΟΕΔΒ, σελ. 75).


Αὐτὰ τὰ τρία εἶναι τὰ ψηλώματα, οἱ κορυφὲς μὲ τὶς ὁποῖες φτερούγιζε ὁ λαὸς γιὰ τόσους αἰῶνες: ἡ πίστη (ἡ χριστιανικὴ ἀγωγή), ἡ πατρίδα (ἡ ἐθνικὴ ἀγωγὴ) καὶ ἡ οἰκογένεια (ἡ ἠθικὴ ἀγωγή), ποὺ τὰ πρῶτα ἀνεξίτηλα μαθήματά της τὰ λαμβάνει ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν κατ’ οἶκον Ἐκκλησία. Καὶ ἂν ἐπὶ ἑπταετίας διαπομπεύτηκε τὸ τρίπτυχο τῶν ἑλληνοσώτειρων ἀρετῶν, λόγῳ τῆς μετατροπῆς τους σὲ ἰδεολόγημα, δίδοντας ταυτόχρονα καὶ μία οὐρανόπεμπτη πρόφαση στοὺς ψευτοπροοδευτικοὺς νὰ ἐπιπέσουν ἀργότερα καὶ νὰ μαγαρίσουν καὶ τὴν πατρίδα καὶ τὴν «θρησκεία» καὶ τὴν οἰκογένεια, ἐν τούτοις πάντοτε στὴν ἱστορία μας πολεμοῦμε γι’ αὐτὰ τὰ τρία πολυτίμητα. Δὲν ἦταν ἐφεύρημα τῶν Ἀπριλιανῶν. Ἡ ἡμιμάθειά τους τὰ ἀμαύρωσε. Θυμίζω. Τὸν παιάνα ποὺ διασώζει ὁ Αἰσχύλος στὸ ἔργο τοῦ «Πέρσαι» (Στίχ. 402-5).

«Ὦ παῖδες Ἑλλήνων, ἴτε
ἐλευθεροῦτε πατρίδ’ (ἡ πατρίδα),
ἐλευθεροῦτε δὲ παῖδας, γυναίκας (ἡ οἰκογένεια),
θεῶν τε πατρώων ἔδη (ἡ θρησκεία), θήκας προγόνων νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών».

Τὴν Δευτέρα 28 Μαΐου τοῦ 1453 ὁ Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος μιλᾶ στὸν λαὸ ὡς «ὁ ποιμὴν ὁ καλός», ποὺ «τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων». «Ὅσοι συνάχθηκαν καὶ τὸν ἄκουσαν, ἦταν σὰν νὰ κάθισαν γύρω ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου», γράφει ὁ Πααν. Κανελλόπουλος. Διέσωσε ὁ πιστός του συμβουλάτορας Σφραντζὴς τὰ λόγια τοῦ ἥρωα βασιλέα: «Καλῶς οὖν οἴδατε ἀδελφοί, ὅτι… ὀφειλέται κοινῶς ἐσμὲν ἵνα προτιμήσωμεν ἀποθανεῖν… ὑπὲρ τῆς πίστεως ἡμῶν… (ἡ θρησκεία) ὑπὲρ τῆς πατρίδος… ὑπὲρ τοῦ βασιλέως ὡς Χριστοῦ τοῦ Κυρίου… ὑπὲρ συγγενῶν καὶ φίλων…». (ἡ οἰκογένεια). («Ἑλληνορθόδοξη Πορεία» ἐπιμ. Κ. Χολέβας, σελ. 126).

Αὐτὰ τὰ τρία τιμαλφῆ λαμπρύνουν τὸ Συναξάρι τοῦ Γένους – οἱ ἥρωες τῆς πατρίδος – καὶ κοσμοῦν τὸ Εἰκονοστάσι τῆς Ἐκκλησίας – οἱ ἅγιοι καὶ οἱ μάρτυρες. Ὅταν ἔλεγε ὁ Μακρυγιάννης «γι’ αὐτὰ πολεμήσαμεν», αὐτὸ ἐξυπονοοῦσε… Αὐτὴ ἡ Παιδεία, ἡ βαπτισμένη στὴν κολυμπήθρα τῆς Ἑλληνορθοδοξίας, βαστοῦσε, παρ’ ὅλο ποὺ ἡ λεγόμενη πνευματικὴ ἡγεσία τοῦ τόπου πάλευε γιὰ τὴν νεκρανάσταση τῆς ἀρχαίας Ἀθήνας (Κοραῆς), μήπως καὶ μᾶς ἀποδεχθεῖ ἡ Εὐρώπη. Ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ ἀγράμματος αὐτὸς ἄνθρωπος, ὁ μόλις γνωρίζων νὰ συλλαβίζει, εἶχε σαφέστατη ἀντίληψη τοῦ σκοποῦ τῆς μορφώσεως. Ἀποτεινόμενος τὸν Νοέμβριο τοῦ 1838 ἀπὸ τὸν λόφο τῆς Πνύκας πρὸς τοὺς συγκεντρωμένους ἐκεῖ μαθητὲς τῶν Ἀθηνῶν, τοὺς εἶπε ἐπιγραμματικότατα: «Ἡ προκοπή σας καὶ ἡ μάθησή σας νὰ μὴ γίνη σκεπάρνι μόνο γιὰ τὸ ἄτομό σας, ἀλλὰ νὰ κυττάξη τὸ καλὸ τῆς κοινότητος καὶ μέσα εἰς τὸ καλὸν αὐτὸ βρίσκεται καὶ τὸ δικό σας», λόγια ποὺ ὑπενθυμίζουν τὴν ρήση τοῦ μεγάλου Περικλῆ στοὺς Ἀθηναίους: «Καλῶς μὲν γὰρ φερόμενος ἀνὴρ τὸ καθ’ ἑαυτὸν διαφθειρόμενης τῆς πατρίδος οὐδὲν ἧσσον ξυναπόλληται, κακοτυχὼν δὲ ἐν εὐτυχούσῃ πολλῷ μᾶλλον διασώζεται». (Θουκυδ. Β´ 60). Μεταφράζει ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος «διότι ὁ ἄνθρωπος ποὺ εὐδοκιμεῖ εἰς τὰς ἰδιωτικάς του ὑποθέσεις, ἐὰν ἡ πατρίς του καταστραφῆ, χάνεται κι αὐτὸς μαζί της, ἐνῶ εἶναι πολὺ μᾶλλον πιθανὸν ὅτι θὰ σωθῆ, ἐὰν κακοτυχῆ μὲν ὁ ἴδιος, ἡ πατρὶς του ὅμως εὐτυχῆ». Αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ «εἴμαστε στὸ ἐμεῖς» τοῦ Μακρυγιάννη; Παιδεία χωρὶς τὸ εὐλογημένο «ἐμεῖς», εἶναι μία «Παιδεία», «μία βιομηχανία ποὺ παράγει τοὺς ψευτομορφωμένους καὶ τοὺς νεόπλουτους τῆς μάθησης, ποὺ ἔχουν τὴν ἴδια κίβδηλη εὐγένεια μὲ τοὺς νεόπλουτους του χρήματος», γράφει ὁ Σεφέρης (Δοκιμές, τ. Ά’, σέλ. 236, ἔκδ. «Ἴκαρος»). (Τί ὡραῖα τὸ διατύπωσε αὐτὸ ὁ ὁσιακῆς μνήμης Γέροντας Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, ὅταν ἔλεγε: «Κλείνουμε λάθος τὴν ἀντωνυμία. Λέμε ἐγώ, ἐσύ, αὐτός, ἀντὶ νὰ λέμε αὐτός, ἐσύ, ἐγώ»).

Ὁ τύπος αὐτὸς τοῦ ἑλληνορθόδοξου σχολείου βαστοῦσε ὣς τὴν ἐποχὴ ποὺ ἄρχισε νὰ δροῦν καὶ νὰ τὸ ἐπηρεάζουν οἱ πειραματισμοί, οἱ ἀλχημεῖες ποὺ ὀνομάστηκαν πομπωδῶς ἐκπαιδευτικὲς μεταρρυθμίσεις. Φαινόμενο ποὺ παρουσιάστηκε στὴν αὐγὴ τοῦ 20ου αἰ. καὶ ἐντάθηκε κατὰ τὴν μεταπολίτευση.

Μέχρι τότε τὸ σχολεῖο μὲ τὸν κακοπληρωμένο, ἀλλὰ ψυχωμένο ἐκεῖνο δάσκαλο, στάθηκε θεματοφύλακας τῶν τιμαλφῶν ἀξιῶν τοῦ Γένους, τῆς ρωμαίικης παράδοσης, ἀπὸ τὸν Τρωικὸ πόλεμο καὶ τὸν Ὅμηρο ἕως τὸν Παλαιολόγο καὶ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ ’21. Οἱ «παλιοὶ» οἱ δάσκαλοι δὲν ἤξεραν πολλὰ πράγματα ἀπὸ τὸ τί γινότανε ἔξω ἀπὸ τὰ σύνορα τοῦ κράτους, δὲν κατεῖχαν μεταπτυχιακὰ καὶ «ντοκτορά», γνώριζαν ὅμως ἀρχαῖα Ἑλληνικὰ καὶ τὴν ἱστορία μας καὶ μετέδιδαν τὴν φλόγα τῆς ψυχῆς τους, πολλὲς φορὲς μὲ πολλὴ ρητορική, ἀλλὰ πάντοτε μὲ πνευματικὴ ἐντιμότητα καὶ εὐθύνη. Καὶ ξεσκόλιζαν ἐκεῖνα τὰ σχολεῖα «δασκαλούδια», ὁπλισμένα μὲ τὸν γερὸ πολιτισμὸ τοῦ Γένους, ποὺ ἔβγαζαν ἀσπροπρόσωπες τὶς κοινωνίες ποὺ τὰ ἀνέθρεφαν.

Αὐτὸ τὸ σχολεῖο ὅμως τὸ κλόνισε στὴν ψυχὴ τοῦ Ἔθνους ἡ ἐκπαιδευτικὴ μεταρρύθμιση. Ὅ,τι δὲν εἶχε πρόσφατη ἡμερομηνία λήξεως θεωρήθηκε ἀντιδραστικό, συντηρητικὸ καὶ ἐξοβελίστηκε. Ἡ γλῶσσα, ἀμυντήριο ἀήττητο τοῦ λαοῦ, κατακρεουργήθηκε, ἡ παράδοση διαπομπεύτηκε, ἡ πίστη περιθωριοποιήθηκε, ἡ φιλοπατρία ποινικοποιήθηκε. Καὶ ἔτσι ἀπὸ τὸ σχολεῖο τῶν «ἱερῶν γραμμάτων», φτάσαμε στὰ «ἄθεα γράμματα».
«Τ’ ἄθεα γράμματα παραμέρισαν τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς ἀγωνιστὲς καὶ βάλανε στὸ κεφάλι τοῦ ἔθνους, ξένους κι ἄπιστους γραμματισμένους, ποὺ πᾶνε νὰ νοθέψουνε τὴ ζωή μας. Τὰ ἄθεα γράμματα κόψανε τὸ δρόμο τοῦ ἔθνους καὶ τὸ ἀμποδᾶνε νὰ χαρεῖ τὴ λευτεριά του», ἔλεγε ὁ «Παπουλάκος» τοῦ Κ. Μπαστιᾶ.

Τέτοια «ἄθεα γράμματα ποὺ ὑφαίνουνε τὸ σάβανο τοῦ Γένους» διδάσκονται σήμερα στὰ σχολεῖα μέσῳ τῶν ἐπικίνδυνων σχολικῶν βιβλίων.

Παράδειγμα: Ἔχω μπροστά μου, «τρεῖς γενιὲς» θὰ ἔλεγα, βιβλίων γλώσσας ϛ´ Δημοτικοῦ, ποὺ παλαιότερα τὰ ὀνομάζαμε «Ἀναγνωστικά», γιατί μέσῳ αὐτῶν γινόταν καὶ ἀνάγνωση τοῦ πολιτισμοῦ μας. Τοῦ 1964, 1983 καὶ 2006 ἀντίστοιχα. Τὸ πρῶτο ξεκινᾶ μὲ βυζαντινὴ εἰκόνα «Ὁ Χριστὸς εὐλογῶν τὰ παιδία», τὸ δεύτερο, μ’ ἕνα ἀπόσπασμα τῆς «Ἀντιγόνης» τοῦ Σοφοκλῆ, στὸ τρίτο, τὸ νεοταξικό, θὰ βρεῖς ἄσκηση μὲ τὴν ὁποία οἱ μαθητὲς καλοῦνται νὰ γράψουν μία ἱστορία, στὴν ὁποία πρωταγωνιστοῦν ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος, ὁ Καραγκιόζης καὶ ἡ… Κοκκινοσκουφίτσα. Στὰ παλιὰ βιβλία μοσχοβολοῦσαν τὰ κείμενα γιὰ ἥρωες καὶ ἁγίους, σμίλευε ὁ δάσκαλος ψυχές. Στὰ νέα, τοῦ Νέου Σχολείου, περισσεύουν τὰ μίζερα, τὰ καταθλιπτικά, τὰ σχιζοφρενικὰ κείμενα. Παιδεία χωρὶς Χριστό, ἐκπαίδευση ξέψυχη, ποὺ ἑτοιμάζει τοὺς αὐριανοὺς Γενίτσαρους, ἐκπαίδευση ποὺ «γέμισε τὰ παιδιὰ μὲ μίαν ἀρρωστιάρικη ἀνησυχία γιὰ τὸ πῶς θὰ βγάλουν τὸ ψωμί τους μονάχα».

Καὶ θὰ κλείσω μὲ τὴ φωνὴ ποὺ μᾶς ἔρχεται ἀπὸ τὸ περιβόλι τῆς Παναγίας μας. Τὸ 1984 οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες κρούουν τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου. Κυκλοφορήθηκε ἕνα συγκλονιστικὸ κείμενό τους μὲ τίτλο «τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἡ Παιδεία τοῦ Γένους μας».

Λόγος ἀδελφικὸς βγαλμένος ἀπὸ τὴν πείρα ἑνὸς μεγάλου σχολείου ζωῆς, ὑπεύθυνος καὶ ἀναγκαῖος, παρήγορος καὶ αὐστηρὸς συνάμα. Ἀποσπῶ ἕνα κείμενο, γραμμένο ἀπὸ τὴν κιβωτὸ τοῦ Γένους: «Γιατί νὰ ὑποσιτίζονται πνευματικὰ τὰ παιδιά; Γιατί νὰ τρέφονται μὲ ἀκαθαρσίες; Γιατί νὰ βασανίζονται; …Ποιός μπορεῖ νὰ βοηθήσει τὰ παιδιὰ νὰ μείνουν “ἀγράμματα”, σὰν τὸν Μακρυγιάννη, νὰ μάθουν, νὰ πάρουν τὴ χάρι τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τότε νὰ γίνουν οἱ ἀγράμματοι οἱ καλύτεροι πεζογράφοι μας… Ποιὸς μπορεῖ νὰ μᾶς κρατήση στὸ ὕψος , στὸ ἦθος, στὴν ἐλευθερία τῆς “ἀγραμματοσύνης” τοῦ “καθυστερημένου” λαοῦ, ποὺ βλάστησε ἀπὸ τὸ χῶμα του τὰ Δημοτικὰ τραγούδια, τὶς παροιμίες, τοὺς σκοπούς, τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα τῶν Ἀρματολῶν καὶ Κλεφτῶν». Τὴν ἀπάντηση τὴν βρίσκουμε στὸ ἴδιο τὸ κείμενο: μόνο ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ…

Πηγή: Το κάλλος θα σώσει τον κόσμο