Ράδιο ἈνθοΕυωδίες

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Εὐχαί Γερόντων... Γέροντας Πορφύριος


Του Αρχιμ. Πορφυρίου,
Ηγουμένου της Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου Βέροιας

Πάνε χρόνια από τότε, ίσως το 1984. Με το μόνιμο πρόβλημα της υγείας μου, βρέθηκα στην Αθήνα. Κάθε πρωΐ, γιά σαράντα περίπου ημέρες, ίσως και περισσότερες, πήγαινα, με κάθε μέσο, στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών, γιά ασκήσεις οπτικές Διπλωπία με είχε τσακίσει, κάθε πρωΐ ζαλάδες, έμετοι.

Σάββατο ή Παρασκευή βράδυ, ο Γιώργος με λέει πως ο κύριος Ιάκωβος συνδέεται με τον ΓεροΠορφύριο. Και αφού είσαι εδώ είναι ευκαιρία να πάρεις την ευχή του.

Την Δευτέρα πρωΐ είχε αποφασισθεί τελικά εγχείριση του άνω λοξού-γιά όσους ξέρουν οφθαλμολογικά. Αν και περασμένη η ώρα, βρήκαμε τον κύριο Ιάκωβο, μας έδωσε το τηλέφωνο και μας προέτρεψε να μην σκεφτούμε την περασμένη ώρα, αλλά να τηλεφωνήσουμε στον άγιο γέροντα.

Πράγματι Τηλεφωνήσαμε. Μία χαμένη στο βάθος φωνή, που όσο ηρεμούσαμε τόσο γινόταν και πιο καθαρή. Μιάμιση ώρα με το ρολόϊ μας μιλούσε γιά την αγάπη.



Αν λίγο ξέφευγε ο νούς μας, χάνονταν στο βάθος και η φωνή του παπούλη. Πριν τελειώσει, ζητήσαμε να πάμε στο κελλί του.

Αυτός μας πρότεινε: φύγε, και πήγαινε στο Όρος, στον Γέροντα. Στην επιμονή μας συγκατένευσε, αλλά πρότεινε να πάμε με το πρώτο λεωφορείο, γιατί με άλλο δεν θα μπορέσουμε.

Αλλά μας πρότεινε την επομένη, το Σάββατο.

Όλη την νύχτα έβρεχε καταρρακτωδώς. Πώς θα γίνει αυτό; Γημέρωσε ο Θεός την ημέρα αλλά η βροχή συνεχιζόταν.

Ήρθε ο Γιώργος, μας πήρε και ξεκινήσαμε. Η βροχή συνεχιζόταν. Όταν πλησιάσαμε, σταμάτησε και βγήκε ήλιος, τόσος που στέγνωσε ο τόπος. Όπου έπρεπε να πατήσουμε ήταν στεγνά. Πιο δίπλα, λάσπη μέχρι το γόνατο, κοκκινόχωμα.

Φτάσαμε και σε λίγο με φώναξε ο Γέροντας. Καθόταν στο κρεββατάκι του κουκουλωμένος, η θερμοκρασία πολύ ανεβασμένη μέσα στο κελλάκι. Η σόμπα γύρω γύρω με τούβλα.

Ανάμεσα στα πόδια του κάτι σαν μπάλα. Δεν πονηρεύτηκα, αλλά με έκανε εντύπωση τι να είναι. Πέρασε η ώρα. Ρώτησε γιά γονείς και αδέλφια και γιά τον καθένα εκφραζόταν παραστατικότατα και μιλούσε γιά τους χαρακτήρες και τα προβλήματά τους.

Μέσα μου χόρευε η χαρά σχεδόν ασυγκράτητη. Μπορεί να πέρασαν και δύο ώρες. Τότε, αφού τελείωσε μαζί μου, άρχισε να πιέζει εκείνη την μπάλα και να ακούγεται ένα κλίτς κλίτς. –Παραξενεύεσαι και λές τι να είναι;!

Να, έχω κήλη, και κάθε πρωΐ στην τουαλέττα βγαίνει και ύστερα την ζουλάω γιά να μπει στην θέση της. Και σήμερα, πέρασε βλέπεις η ώρα, και πάγωσε, Δυσκολεύεται να μπει. –

Πονάτε; Τόλμησα να αρθρώσω. -΄Αν πονάω; Ρωτάς; …

Να πώ πως ντράπηκα; δεν νομίζω. Η κήλη του ήταν σαν πεπόνι, ή σαν κεφάλι μικρού παιδιού. Πότε όλος εκείνος ο όγκος να υποχωρήσει και να μαζευτεί μέσα στα σπλάγχνα;

Πόσο να υπόφερε άραγε, γέρος άνθρωπος;

Αλλά, να πώ την αλήθεια, με κυρίευσε μία μεγάλη χαρά. Αξιώθηκα να ζήσω δίπλα σε έναν άγιο του Θεού. Και μάλιστα, αυτός ο άγιος προτίμησε να πονέσει γιά εμένα, που ήμουνα καλογεράκι της Παναγίας –έτσι με είπε – και να με βοηθήσει, να γιατρέψει τα μάτια μου, να με παρηγορήσει στον πόνο. Ώ, Θεέ μου, πόσο να σε δοξάσω. Παναγία μου, πόσο αγαπάς τα καλογέρια σου.

Αργότερα, ένα βράδυ ο Γέροντας με ζήτησε να του πάω την εικόνα του Αγίου Πορφυρίου, που με είχε χαρίσει στην κουρά.

Την πήγα σχεδόν τρέχοντας, γιατί ήθελε να την στείλει στον άγιο γέροντα στον πατέρα Πορφύριο. Ίσως ακόμα να βρίσκεται εκεί κάπου, στο Μοναστήρι του.

Ἐπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια, όταν άλλος πόνος μας κυρίεψε, γιά να καταλάβω, και να κλάψω πολύ, την στέρηση πατέρων και γερόντων.

Την ημέρα που έφεραν το τίμιο λείψανό του στο Όρος, είχε μία τρικυμία, φοβερή. Καθόμασταν στα παράθυρα των κελλιών και υπολογίζαμε τα κύματα που θα χτυπούσαν τα βράχια στα Καυσοκαλύβια, όπου αγκυροβόλησε το άγιο λείψανο. Η κακοκαιρία κράτησε μέρες.

Ένα βράδυ, πολύ αργά, τον τηλεφωνήσαμε από το γραφείο, στο Μοναστήρι, κάτι τον ήθελε ο π. Ε. - Τι γίνεστε, Γέροντα; - Προσεύχομαιαιαι, προσεύχομαιαιαι. Δεν τολμήσαμε να πούμε περισσότερα. Ποιός να τολμήσει να διακόψει την προσευχή του;!

Ευχαί γονέων στηρίζουσι θεμέλια οίκων. Ευχαί γερόντων να μας στηρίζουν και να μας φέγγουν στον δρόμο μας.

Ένας αδελφός απόψε μας είπε: -Στον Γέροντα Πορφύριο οφείλω την ζωή μου. Και απαντήσαμε: - Και εγώ το φως μου, αδερφέ.

Να έχουμε την αγία ευχή του.

Πηγή: Ρομφέα