Ράδιο ἈνθοΕυωδίες

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Ποιά ἡ διαφορά τῆς ἀναστάσεως τῶν σωμάτων τῶν δικαίων καί τῶν ἀμαρτωλῶν


Η φύση του σώματος μετά την Ανάστασιν,
Ιερά Μονή Καρακάλλου Αγίου Όρους
Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη

Κοινή θα είναι η ανάστασις όλων των ανθρώπων. Θα αναστηθούν και τα σώματα των απίστων, διότι φυσικώς μεταφέρουν την αμαρτίαν του Αδάμ και όχι προαιρετικώς. Επειδή όμως δεν ηθέλησαν να πιστεύσουν εις τον Χριστόν, δια τούτο τα σώματα αυτών θα έχουν ασύγκριτον διαφοράν από τα αναστηθησόμενα σώματα των ενάρετων ανθρώπων. «Η μεν ανάστασις κοινή πάντων, η δε δόξα ουκετι κοινή, άλλ’ οι μεν εν τιμή, οι δε εν ατιμία, και οι μεν εις βασιλείαν, οι δε εις κόλασιν αναστήσονται» (2).

Την διαφοράν αυτήν των αναστηθησομένων σω­μάτων την περιγράφει πολύ καθαρά και ο Άγιος Νι­κόδημος ο Αγιορείτης: «Τα σώματα των αμαρτωλών θα είναι σκληρά, βαριά, άσχημα, άτιμα, μαύρα, σκοτει­νά, ψυχρά και χονδρά και αυτά τα άθλια ιδιώματα έ­χουν να αυξάνουν ή να ολιγοστεύουν εις αυτά, κατά α­ναλογίαν της απιστίας αυτών και κακίας».

Τα δε σώματα των πιστών και ορθοδόξων θα εί­ναι: «μαλακά, ελαφρά, ωραία, ένδοξα, διαφανή, φωτει­νά, θερμά και πνευματικά. Και αυτά όλα τα μακαριστά ιδιώματα, έχουν να αυξάνουν ή να ολιγοστεύουν εις αυτά κατά την αναλογίαν της πίστεως και της αρετής αυτών» (3).



Ο ιερός Χρυσόστομος ερμηνεύοντας την Α' προς Κορινθίους επιστολήν του Αποστόλου Παύλου χρη­σιμοποιεί το παράδειγμα του σίτου που σπείρεται εις την γην και διαλύεται. «Ούτω και η ανάστασις των νεκρών, σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία· σπείρεται εν ατιμία, εγείρεται εν δόξη· σπείρεται εν α­σθένεια, εγείρεται εν δυνάμει· σπείρεται σώμα ψυχικόν, εγείρεται σώμα πνευματικόν» (Α' Κορ. ιε' 42-44).

Το ότι λοιπόν ανίστανται μεν τα σώματα, το απέ­δειξε με το παράδειγμα του σίτου, το ότι δεν θα είναι της ίδιας λαμπρότητος όλα, το αποδεικνύει εδώ. Διό­τι, όπως η απιστία εις την ανάστασιν κάμνει τους αν­θρώπους αμελείς, έτσι πάλιν τους κάμνει ράθυμους και νωθρούς με το να νομίζουν ότι όλοι θα αξιωθούν τα ίδια. Δι' αυτό διορθώνει και τα δύο. Και διέκρινε δύο τάξεις ανθρώπων, των δικαίων και των αμαρτω­λών. Και αυτάς πάλι τας διακρίνει εις πολλά μέρη, δια να δείξη ότι ούτε δίκαιοι και αμαρτωλοί θα αξιω­θούν τα ίδια, άλλ' ούτε οι δίκαιοι με δικαίους όλοι θα δοξασθούν το ίδιον, ούτε οι αμαρτωλοί με τους αμαρ­τωλούς θα κολασθούν εξ ίσου.

Και ο ιερός Χρυσόστομος κάμνει μίαν διάκρισιν μεταξύ των δικαίων και αμαρτωλών με τους λόγους: «σώματα επουράνια, και σώματα επίγεια» (Α' Κορ. ιε' 40). Και υπαινίσσεται με τα επίγεια μεν τους αμαρτω­λούς, με τα επουράνια δε τους δικαίους. Και μετά ανε­βαίνει εις τον ουρανόν και ερμηνεύει τον στίχον 41: «άλλη δόξα ηλίου, και άλλη σελήνης, και άλλη δόξα αστέρων· αστήρ γαρ αστέρος διαφέρει εν δόξη». Όπως δηλαδή υπάρχει διαφορά εις τα επίγεια σώματα, έτσι και εις τα επουράνια μεταξύ ηλίου και σελήνης και α­στέρων προς άλλους αστέρας (4).

Ποίον είναι το συμπέρασμα από όλα αυτά;

Αν και όλοι οι δίκαιοι εισέρχονται εις την Βα­σιλείαν του Θεού, δεν θα αξιωθούν όλοι τα ίδια. Και εάν όλοι οι αμαρτωλοί εισέρχονται εις την γέενναν, δεν θα υποστούν όλοι τα ίδια. Ούτω και η ανάστασις των νεκρών. Θα υπάρχη τόσον μεγάλη διαφορά μετα­ξύ των αναστηθέντων σωμάτων. Τούτο εννόων ο Κύ­ριος έλεγεν: «εν τη οικία τον Πατρός μου μοναί πολ­λοί είσιν» (Ιωάν. ιδ' 2).

Το ίδιον σώμα το οποίον ετάφη, το ίδιον και ανίσταται, διότι η ανάστασις αναφέρεται εις αυτό που ετάφη. Η μεν ουσία του σώματος παραμένει η ιδία, η δε ωραιότης μεγαλύτερα. Απόδειξις είναι ο γυμνός κόκκος του σίτου.

Η ανάστασις είναι προϋπόθεσις του βαπτίσματος, διότι το βάπτισμα είναι σύμβολον της ταφής και της αναστάσεως. Το βάπτισμα αποδεικνύει την ανάστασιν των σωμάτων.

Η ανάστασις των σωμάτων είναι αξιοθαύμαστον γεγονός. Προκαλεί δε έκστασιν και απορίαν, διότι θα συμβούν τόσα θαυμαστά πράγματα που υπερ­βαίνουν κάθε σκέψιν και νουν και μάλιστα γίνονται εις μίαν στιγμήν, δηλαδή ακαριαίως. Δια να είναι α­ξιόπιστος ο λόγος του, ο Απόστολος Παύλος εμφανί­ζει τον Άγγελον, ο οποίος θα το κάνη αυτό και λέγει:

«Και θα γίνη η αλλαγή αυτή, όταν θα ακουσθή η εσχάτη υπερφυσική σάλπιγγα, εις μίαν στιγμήν, όσον χρειάζεται κανένας να ανοιγοκλείση το βλέφαρόν του» (Κορ. ιε'52).

«Θα αλλάξωμεν, διότι πρέπει το φθαρτόν αυτό σώμα να ενδυθή αφθαρσίαν και το θνητόν αυτό σώμα να ενδυθή αθανασίαν» (Α' Κορ. ιε' 53).

Δια να μη νομίση λοιπόν κανείς, επειδή ήκουσεν ότι σαρξ και αίμα δεν θα κληρονομήσουν την βασι­λείαν του Θεού, ότι τα σώματα δεν ανίστανται, προσέ­θεσεν και αυτό: «δει γαρ το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανα­σίαν».

Φθαρτόν δε λέγει το σώμα και θνητόν πάλι το σώ­μα. Ώστε το σώμα και μετά την ανάστασιν παραμένει. Παραμένει, αλλά ενδύεται την αφθαρσίαν και την α­θανασίαν. Το σώμα αποβάλλει την θνητότητα και την φθοράν που καταργούνται πλέον και έρχεται εις αυτό η αθανασία και η αφθαρσία.

Μη λοιπόν αμφιβάλης αδελφέ ότι το σώμα σου θα ζη αιωνίως μαζύ με την ψυχήν σου.

Όταν δε η φθαρτή αυτή φύσις μας ενδυθή την α­φθαρσίαν και η θνητή αύτη φύσις μας ενδυθή την α­θανασίαν, τότε θα πραγματοποιηθή και ο λόγος του Προφήτου Ησαΐου «κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος. Που σου, θάνατε, το κέντρον; Που σου, άδη, το νίκος;» (Ησαΐας κε' 8).

Βλέπετε πως πανηγυρίζει ο Απόστολος Παύ­λος. Με μεγάλον ενθουσιασμόν, ενώ βλέπει τα μέλλο­ντα ωσάν να έχουν γίνη, κραυγάζει την επινίκιαν κραυγήν και καταπατή τον θάνατον που έχει καταργηθή και λέγει: «Που είναι, θάνατε, το κεντρί σου; Που είναι Άδη η νίκη σου;» (Α' Κορ. ιε' 55).

Ο Χριστός όχι μόνον αφώπλισε τον θάνατον και τον ενίκησεν, δια της αναστάσεως αυτού, αλλά και τον εξηφάνισε και τον κατέστησε ανύπαρκτον. «Το κεντρί του θανάτου είναι η αμαρτία, η δε δύναμις της αμαρτίας ο νόμος».

Διότι εάν το να αμαρτάνη ο άνθρωπος ήτο αίτιον του θανάτου, ο δε Χριστός αφού ήλθεν κατέλυσεν την αμαρτίαν και μας απήλλαξεν από αυτήν δια του βαπτίσματος και μαζύ με την αμαρτίαν κατέπαυσε και την ισχύν του νόμου.

Ας ευχαριστούμεν τον Θεόν, που μας δίδει την νίκην δια του Ιησού Χριστού, διότι με το τρόπαιον της νίκης το οποίον έστησεν, μας έκανε κοινωνούς εις την απόλαυσιν των αιωνίων αγαθών, όχι από υποχρέωσιν, αλλά μόνον από φιλανθρωπίαν. «Ώστε, α­δελφοί μου αγαπητοί, εδραίοι γίνεσθε, αμετακίνητοι, περισσεύοντες εν τω έργω τον Κυρίου πάντοτε, ειδότες ότι ο κόπος υμών ουκ εστί κενός εν Κυρίω» (Α' Κορ. ιε'58).

Ας μη μένωμεν αδρανείς, άλλα ας εργαζώμεθα το αγαθόν με περισσότερον ζήλον, γνωρίζοντες ότι ο κό­πος αυτός δεν είναι εν Κυρίω μάταιος.

Διότι εάν γίνωμεν ράθυμοι ούτε δίκαιος, ούτε προφήτης, ούτε απόστολος μπορεί να μας βοηθήση ό­ταν θα κρινώμεθα. Δεν υπάρχει κανείς να μας βοηθή­ση, άλλα αναγκαστικά θρηνούντες, οδυρόμενοι και βασανιζόμενοι θα οδηγηθώμεν εις το πυκνόν εκείνο σκότος και εις τας τιμωρίας εκείνας που δεν έχουν λύτρωσιν.

Εάν όμως αγωνισθώμεν με προσοχήν, τότε τα έρ­γα μας θα συνηγορήσουν υπέρ ημών, θα απέλθωμεν με θάρρος και θα επιτύχωμεν τα αγαθά που αναμένουν αυτούς που αγαπούν τον Θεόν, τα όποια είθε να επιτύχωμεν με την Χάριν και φιλανθρωπίαν του Κυρίου η­μών Ιησού Χριστού, συν τω Πατρί και τω αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας. Αμήν.

------------------------------------------------------------------------
2. Ιωάν. Χρυσοστόμου Έργα, ΕΠΕ, Τόμος 19, σελ. 280.
3. Νικόδημου του Αγιορείτου, Πνευματικά Γυμνάσματα, σελ. 282.
4. Ιωάν. Χρυσοστόμου Έργα, ΕΠΕ, Τόμος 18Α, σελ. 683.

Πηγή: Τρελογιάννης