Ράδιο ἈνθοΕυωδίες

Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Ἡ πολυπολιτισμικότητα στήν Ἑλλάδα - Τό ἰδεολόγημα τοῦ πολυπολιτισμοῦ.

Κώστας Καραϊσκος,
(Εισήγηση στο Συνέδριο «Διάλογος Πολιτισμών»,
 Πανεπιστήμιο ΜΑUΡ, Κίεβο 28-5-2004)

Η πολυπολιτισμικότητα είναι ένα ακόμη, το τελευταίο από τα ιδεολογήματα που η πνευματικώς αποικιοκρατούμενη και πολιτικώς κατεχόμενη πατρίδα μου εισήγαγε από την Δύση. Συνεχίζοντας μια – κακή – παράδοση δύο και πλέον αιώνων, ο ειδικός αυτός ανθρωπολογικός τύπος του καθεστωτικού διανοούμενου – πορθμέα, εδώ και μιάμισυ περίπου δεκαετία προπαγανδίζει τον υποτιθέμενο εμπλουτισμό της εγχώριας δημοκρατίας με την πολυπολιτισμικότητα.

Ο αντίλογος που έχει αναπτυχθεί τόσο για τις ιδεολογικές προϋποθέσεις όσο και για τις πρακτικές συνέπειες, ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδος, έχει ένα επιπλέον ενδιαφέρον και ένα παγκόσμιο ενδιαφέρον. Το διακύβευμα στην Ελλάδα δεν είναι μονάχα η συνοχή ή η ακεραιότητα ενός ακόμη έθνους – κράτους αλλά σε έναν βαθμό και το ίδιο το νόημα της ζωής του σύγχρονου ανθρώπου, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί κάτω από την επίδραση του αιώνιου ελληνικού πνεύματος, της καρδιάς της ανθρώπινης κληρονομιάς.



Ποια είναι η ελληνική πραγματικότητα σήμερα; Σε ποσοστό άνω του 95% οι μόνιμοι κάτοικοι είναι έλληνες το γένος, ελληνόφωνοι και Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Πρόκειται για το αποτέλεσμα των εκτεταμένων πληθυσμιακών ανταλλαγών με τους βαλκάνιους γείτονες που συνέβησαν μετά από πολέμους, κάτω από βίαιες ή μη περιστάσεις. Σε μιαν αναπόδραστη ιστορική εξέλιξη, ο ελληνισμός που δρούσε και διαβιούσε στην Οδησσό ή στην Αλεξάνδρεια, στην Κωνσταντινούπολη ή στο Μοναστήρι έπαψε να υφίσταται, με φτωχό αντάλλαγμα την υψηλή εθνική καθαρότητα του μητροπολιτικού του κράτους.

Η ξεκάθαρη αυτή εικόνα άρχισε να φθείρεται μετά το 1989. Εκατοντάδες χιλιάδες οικονομικοί –και λίγοι πολιτικοί – πρόσφυγες μπήκαν στη χώρα, η οποία βρίσκεται στο πέρασμα από την Ανατολή της ανέχειας προς την Δύση της ευημερίας και ήταν η πλησιέστερη καπιταλιστική χώρα γι’ αυτούς. Αλβανοί, Πολωνοί, Ρώσοι, Πακιστανοί, Βούλγαροι, Κινέζοι, Νιγηριανοί, Κούρδοι και άλλοι αναξιοπαθούντες μετανάστες δημιούργησαν άθελά τους τη βάση για εφαρμογή των πολυπολιτισμικών ιδεών στην πράξη και οι προπαγανδιστικοί μηχανισμοί πήραν μπροστά: Είμαστε πια μια χώρα με διαφορετικές γλώσσες, κουλτούρες, θρησκείες... Πώς είναι δυνατόν να μιλάμε για ελληνικό κράτος, για επικρατούσα θρησκεία, για ελληνοχριστιανικές αξίες στη δημόσια εκπαίδευση; Δεν πρέπει να σεβαστούμε το δικαίωμα των άλλων στη διαφορά και στην απόκλιση, να ληφθεί μέριμνα για την διατήρηση των πολιτισμικών τους ιδιαιτεραιοτήτων;

Αυτή η συγκινητική, ανθρωπιστική προσέγγιση των μεταναστών από τους διανοούμενους της πολυπολιτισμικότητας, η οποία φτάνει μέχρι του σημείου να παραμορφώνει την πασίδηλη πραγματικότητα – με την αύξηση της ανεργίας και της εγκληματικότητας – προκειμένου να καταπολεμήσει δήθεν τα ρατσιστικά στερεότυπα και τυχόν φαινόμενα ξενηλασίας, αποδεικνύεται εύκολα υποκριτική. Κατ’ αρχήν συνδέεται με την καθήλωση του κόστους παραγωγής και του πληθωρισμού αλλά και με την έκρηξη της μαύρης εργασίας και την εκμηδένιση του συνδικαλιστικού κινήματος. Δεύτερον, τα παραδείγματα προς μίμηση προέρχονται κατά κανόνα είτε από χώρες μεταναστών – δηλαδή από μη εθνικά κράτη – είτε από πρώην αποικιοκρατικές δυνάμεις που σήμερα δέχονται ένα μεταναστευτικό ρεύμα από τις χώρες που επί χρόνια εκμεταλλεύονταν. Ποια μπορεί να είναι η σχέση του νέου ελληνικού κράτους με τον Καναδά, την Αυστραλία, την Ολλανδία ή τη Βρετανία; Και τι δυνατότητες – γεωπολιτικές, οικονομικές, ιδεολογικές - έχει το κράτος αυτό ώστε να αποτελέσει ένα χωνευτήρι ή έναν χώρο συνύπαρξης διαφορετικών εθνοπολιτισμικών κοινοτήτων; Και τελευταίο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, είναι η στάση των ιδίων διανοουμένων έναντι των πολιτικών φυγάδων στην Ελλάδα. Η προκλητική τους αδιαφορία για μια κατηγορία ξένων, πολιτικά δραστηριοποιημένων, που έφτασαν στη χώρα ως ικέτες είναι πολύ χαρακτηριστική. Δεν παράγουν οικονομία, δεν προτίθενται να εγκατασταθούν μόνιμα, δεν προσφέρονται για εκμετάλλευση. Αντιθέτως, δημιουργούν διμερή «προβλήματα», ταράσσουν το κλίμα της καταναλωτικής αποχαύνωσης στην τοπική κοινωνία και δεν δέχονται τον εθνικό τους εξανδραποδισμό: Παραμένουν - διεθνιστές ή όχι - Κούρδοι, Τούρκοι ή Παλαιστίνιοι, προς μεγάλη θλίψη των διανοούμενων του κοσμοπολιτισμού.

Στα μάλλον γνωστά, καθότι παγκόσμια, αυτά στοιχεία η κριτική στην Ελλάδα έχει και μία ακόμη ενδιαφέρουσα διάσταση, που αφορά στον παράγοντα «γλώσσα». Η ετυμολογική διαφάνεια της ελληνικής, την οποία έχουμε το σκανδαλώδες προνόμιο να ομιλούμε, παρέχει επιπρόσθετη προστασία κατά των ιδεοληψιών και των προπαγανδιστικών μυθευμάτων κι αναδεικνύει το οξύμωρο που κάποιοι πασχίζουν να μας παρουσιάσουν ως το μέλλον της σύγχρονης δημοκρατίας. Ή θα είναι πολυπολιτισμική ή θα είναι κοινωνία. Στον δυτικό κόσμο η λέξη κοινωνία, εκ του λατινικού societas, παραπέμπει σε εξυπηρέτηση οικονομικών συμφερόντων κι αναγκών κι άρα σε μία συγκεκριμένη ιεραρχία προτεραιοτήτων στη συγκρότηση του ανθρώπινου βίου. Στην ελληνική γλώσσα όμως η λέξη κοινωνία ανακαλεί άμεσα την κοινότητα, την Αγορά, την Εκκλησία, την πολιτική ζωή. Η γλώσσα μας κι εδώ διασώζει έναν άλλον τρόπο αντίληψης του κόσμου και του ανθρώπου, έναν άλλον πολιτισμό, ο οποίος διασώθηκε και στη διάρκεια των Μέσων Χρόνων, του κοινωνιοκεντρικού – κατά τον σερ Στήβεν Ράνσιμαν σοσιαλιστικού – Βυζαντίου αλλά και στις ελληνικές κοινότητες των οθωμανικών χρόνων. Πρόκειται για μείζονα ζητήματα που ο καθηγητής Χρήστος Γιανναράς έχει διαπραγματευθεί εκτενώς στο κολοσσιαίο φιλοσοφικό έργο του. Όταν λοιπόν άνθρωποι διαφορετικών πολιτισμικών καταβολών βρεθούν στον ίδιο χώρο, society μπορούν να διαμορφώσουν, κοινωνία όμως όχι. Η κοινωνία προϋποθέτει κοινά πολιτισμικά χαρακτηριστικά, όχι με μία προκρούστεια απαίτηση ομοιομορφίας αλλά μέσα στην ευρυχωρία που παρέχει το πάτριο, δημοκρατικό «περίπου». Αυτήν την πολλαπλότητα και την αμφιβολογία, κόντρα σε κάθε δογματισμό, καθαρότητα και μονομέρεια που επιτρέπει ο ελληνικός λόγος, την ανέδειξε θαυμάσια ένας άλλος μεγάλος πνευματικός άνδρας της σύγχρονης Ελλάδας, ο καθηγητής Κώστας Ζουράρις. Ένα άλλο παράδειγμα της γλωσσικής ασπίδας που διαθέτει ο ελληνόφωνος μα και ελληνομαθής – δυστυχώς η πρώτη έννοια δεν περιέχει την δεύτερη – είναι ο επάρατος νασιοναλισμός. Αν στη λατινική κληρονομιά παραπέμπει στο γεγονός της γέννησης (nation), στην ελληνική γλώσσα η λέξη εθνικισμός αφορμάται από το έθνος (λέξη ομηρική) δηλαδή αναφέρεται στο έθος – ήθος. Και πάλι δηλαδή δεν έχουμε να κάνουμε με το φυλετικό αλλά με το πολιτισμικό κριτήριο, την ουσιαστικότερη ταυτότητα του ανθρώπου. Αξίζει να σημειωθεί ότι και στη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων οι κοινότητες συγκροτούνταν με βάση την θρησκευτική πίστη, το πλέον καίριο πολιτισμικό στοιχείο, κάτι που επιβίωσε όχι μόνο στην οθωμανική περίοδο με το σύστημα των μιλλέτ αλλά και στην ελεύθερη Ελλάδα: Το πρώτο συνταγματικό κείμενο των επαναστατημένων Ελλήνων ορίζει: Έλληνας είναι πας ο πιστεύων στον Χριστό. Πουθενά δεν υπήρξε η παραμικρή έννοια για την καταγωγή, ούτε καν για την μητρική γλώσσα. Τέλος, η υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας έγινε με βάση το θρήσκευμα και μόνον. Όλα τα ανωτέρω δεν αποσκοπούν, βεβαίως, στο να περιγράψουν έναν τόπο εκτός της γνωστής αθλιότητας των ανθρωπίνων κοινωνιών. Θέλω μόνο να σημειώσω έναν άλλον τρόπο προσέγγισης της πραγματικότητας, δηλαδή έναν άλλον πολιτισμό, δυστυχώς συσκοτισμένο και ξεχασμένο κι από τους ίδιους τους φυσικούς απογόνους των κάποτε φορέων του.

Στα πλαίσια μιας τέτοιας γενικευμένης παρακμής, οι κήρυκες του πολυπολιτισμού δεν διστάζουν να προχωρήσουν την απόπειρα υπονόμευσης του ελλαδικού κράτους πολύ πίσω στον χρόνο. Το ζήτημα δεν είναι μόνο η επί του πρακτέου αναγνώριση του «Άλλου» αλλά - βοηθούντος και του σύνολου πνευματικού κλίματος - και η σχετικοποίηση των ελληνικών αξιών και των προσώπων εκείνων που τους έδωσαν υπόσταση. Υποσκάπτεται η εικόνα των ηρώων της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 κι αμφισβητούνται χονδροειδώς σημαντικά ιστορικά γεγονότα ή η επίσημη αφήγησή τους. Ανατρέπεται η μέχρι σήμερα ανάγνωση και εκτίμηση των κορυφαίων πνευματικών ανδρών του νεότερου Ελληνισμού (Καβάφης, Σεφέρης, Ελύτης...) Σε πανεπιστήμια, συνέδρια, ινστιτούτα δίνει και παίρνει ο λόγος περί κατασκευής ταυτοτήτων, εθνικών στερεοτύπων, σεβασμού του διαφορετικού, κτλ. Αναζητείται μανιωδώς κάθε απόκλιση, κάθε διαφοροποίηση, καθετί που θα μπορούσε να αποδιοργανώσει μία συλλογικότητα κι όποιος τολμά να διατυπώσει ενστάσεις είναι ύποπτος για εθνικισμό-σωβινισμό-ρατσισμό αν και, ακόμη, δεν τιμωρείται από τη νομοθεσία. Όπως ακριβώς κάθε δημοκράτης στην αυταρχική Ελλάδα της εποχής του Ψυχρού Πολέμου χαρακτηρίζονταν συνοδοιπόρος των κομμουνιστών, έτσι και σήμερα κάθε πατριώτης συγχέεται με ακροδεξιούς και νεοναζί. Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας, σύμφωνα με τη γνωστή προσέγγιση της δυτικής σκέψης και της εξουσιαστικής πρακτικής.

Κι επειδή πολύς κόσμος σήμερα στην Ελλάδα αναζητά ταυτότητα κοιτώντας με ελπίδα στο παρελθόν του, η εκθεμελίωση αγγίζει και την αιώνια κληρονομιά της Ελλάδος στην ανθρωπότητα. Η δουλοκτησία χαρακτηρίζει την αρχαία Αθήνα, ο ιμπεριαλισμός τον Μέγα Αλέξανδρο, ο σκοταδισμός την Κωνσταντινούπολη... Έργα σαν το αθλιογράφημα της Μαύρης Αθηνάς συκοφαντούν τον αρχαίο ελληνικό κόσμο από την πλευρά του αφροκεντρισμού ή της πολιτικής ορθότητας, ώστε όλες οι πνευματικές κληρονομιές να εξισωθούν προς τα κάτω. Όμως η πνευματική κληρονομιά δεν είναι σαν την υλική, δεν υπάρχει δικαιούχος εξ αίματος. Είναι πλούτος όλων των ανθρώπων. Δεν πρόκειται μόνο για την ιδεολογική αποδυνάμωση ενός ξενοκρατούμενου και προβληματικού κράτους δια της μετατροπής του σε πολιτισμικό πάρκο – μουσείο. Σ’ αυτήν την μεσογειακή γωνία γης, όπου επί χιλιάδες χρόνια πολιτισμοί συνθέτονταν και εκπήγαζαν, το ιδεολόγημα του πολυπολιτισμού αξιώνει τον υποβιβασμό της ελληνικής πρότασης βίου ως ενός ακόμη πολιτισμού. Πιστεύουμε ότι το ελληνικό όραμα ζωής, έτσι όπως εκφράστηκε στις μινωικές ή θηραϊκές τοιχογραφίες, στον Παρθενώνα και στην Αγιασοφιά, στους δημοκρατικούς θεσμούς και στην πνευματική παραγωγή χιλιετιών, είναι αυτό που πρόσθεσε ένα ακόμα sapiens στη σημερινή κατάσταση της ανθρωπότητας. Πρόκειται για το κορυφαίο παράδειγμα για το ανθρώπινο γένος και δεν μπορεί ούτε να νοηθεί ως προνόμιο 10.000.000 ελληνόφωνων ανθρώπων ούτε να σχετικοποιηθεί ως μία ψηφίδα στο ψηφιδωτό της ανθρώπινης μαρτυρίας στον πλανήτη – εκτός κι αν στόχος μας πλέον είναι η επιστροφή στη βαρβαρότητα. Κι αν ακόμη ο Πούσκιν, ο Χαίλντερλιν, ο Βύρων κι ο Ουγκώ ήταν υπερβολικά ιδεαλιστές στην προσέγγιση της κληρονομιάς αυτής, η απάντησή μας σήμερα δεν μπορεί να είναι η εξίσωσή της με νομαδικούς ή νεολιθικούς πολιτισμούς. Πέραν του ότι πρόκειται για ύβρη κατά αυτού που μπορεί να είναι ο άνθρωπος, είναι και τρομακτική υποκρισία από τη στιγμή που ό,τι κοσμεί και απαλύνει τη σύγχρονη ζωή του είναι η δημοκρατία, η μουσική, το θέατρο, η αρχιτεκτονική, ο αθλητισμός, η φιλοσοφία, η ποίηση. Η Ελλάδα.


Πηγή: Αντιφωνητής