Ράδιο ἈνθοΕυωδίες

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

Βίος τοῦ Ὁσίου Ἀνδρέου τοῦ Ἐρημίτου τοῦ ἐν Καλάναις Ἀκαρνανίας (15 Μαΐου).


Ἀρχιμ. Δοσιθέου Κανέλλου: Οἱ Ἅγιοί μας.
Ἱ. Μ. Τατάρνης Εὐρυτανίας, ἔκδοσις γ´, σελ.11-17.

Βουνά, λαγκάδια, χαλιάδες, νεροσυρμές, βράχια. Αὐτὴ εἶναι ἡ τραχειὰ μορφὴ τῆς Καλάνας. Ἕνας βράχος ἀτόφιος, ἀποῤῥώξ, θεόρατος καὶ ἀπότομος. Τὰ πόδια του πλένοντας στὶς ὄχθες τοῦ Ἀσπροποτάμου, καὶ τώρα τῆς λίμνης τῶν Κρεμαστῶν. Ἡ κορφή του περήφανη καὶ αἰχμηρή, χαμένη πολλὲς φορές, στὰ σύννεφα. Ντυμένος μὲ πανώρια δάση ὡς τὴν μέση, γυμνὸς ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πάνω, κακοτράχαλος. Στέκεται περήφανος ἀπέναντι ἀπὸ τὸ μοναστήρι τῆς Ταρτάνας, δείχνοντας ἀλάνθαστα τὶς καιρικὲς μεταβολές, ποὺ πρὶν ἡ Μετεωρολογικὴ Ὑπηρεσία τὶς ἀναγγείλει.

Ἐκεῖ σὰν σὲ παραμύθι, μέσα στὴν ἀχλὺ τοῦ θρύλου ἀλλὰ καὶ τῆς πραγματικότητας, ἔζησε ἕνας μεγάλος ἀσκητής. Ἐκεῖ ποὺ φωλιάζουν οἱ ἀετοὶ καὶ οὐρλιάζουν τὴν νύχτα οἱ λύκοι, ἔζησε κάποτε στὸν 13ο αἰῶνα, ὁ Ὅσιος πατὴρ ἡμῶν Ἀνδρέας ὁ Ἐρημίτης. Ἀκόμη καὶ σήμερα γιὰ νὰ πᾶς στὴν σπηλιά, ὅπου ἀσκήτεψε χρειάζεσαι κόπο πολύ, καὶ γερὴ σπλῆνα. Ἐκεῖ ποὺ καὶ σήμερα δύσκολα πλησιάζεις, ἔζησεν ὁ μακάριος ἐκεῖνος τὸ περισσότερο μέρος τῆς ζωῆς του καὶ μάλιστα τὸ τελευταῖο καὶ σπουδαιότερο.

Βρισκόμαστε στὰ χρόνια τοῦ Δεσποτάτου τῆς Ἠπείρου, στὰ χρόνια δηλαδὴ ποὺ οἱ ἀλῆτες τῆς Φραγκιᾶς, ποὺ κακῶς τοὺς λέμε Σταυροφόρους -δαιμονοφόροι ἦσαν- εἶχαν μπήξει τὰ μολυσμένα χέρια τους στὶς ἄχραντες σάρκες τῆς Ῥωμανίας, τῆς ἱερᾶς γῆς τῶν Πατέρων μας καὶ τὴν καταξέσχισαν.



Ἐδῶ καὶ κεῖ ἔμεινα κάποιες γωνιές, ἐλεύθερες. Μιὰ τέτοια ἦταν καὶ τὸ Δεσποτάτο τῆς Ἠπείρου μὲ πρωτεύουσα τὴν Ἄρτα. Στὴν ἐποχὴ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου ἡγεμὼν Δεσπότης ἦταν ὁ Μιχαὴλ Β´ ὁ Κομνημός (1237-1271). Σὲ ὅλη τὴν ἐπικράτειά του (Ἤπειρος-Ἀκαναρνία-Αἰτωλία κ..π.), ἐπικρατοῦσε εἰρήνη καὶ γαλήνη, ἐνῶ γύρω μαίνονταν ἡ φουρτουνιασμένη, ἡ μαύρη θάλασσα τῆς Φραγκοκρατίας. Τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου μας χάνονται στὸ ἡμίφως καὶ μόλις διακρίνονται. Λέγουν ὅτι γεννήθηκε σὲ ἕνα χωριό, ποὺ τὸ ὠνόμαζαν Μονοδένδρι, ἐκεῖ κάπου στὴν περιοχὴ τῆς Καλάνας. Ἀκόμη λέγουν ὅτι εἶχε νυμφευθῆ καὶ ὅτι εἶχε ἀποκτήσει καὶ τέκνα.

Πολὺ νωρὶς ὅμως ἐτρώθη ὑπὸ θείου ἔρωτος καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὴν πατρίδα. Ἴσως νὰ εἶχε χηρέψει στὸ μεταξύ. Ἴσως νά χώρισε ἀπὸ συμφώνου μὲ τὴν σύζυγο, γιὰ νὰ ζήσῃ τὴν ζωὴ τῆς ἀσκήσεως, πρᾶγμα καθόλου σπάνιο στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Ἔφυγε καὶ πῆγε σὲ τόπο ἔρημο καὶ ἄγνωστο σὲ μᾶς. Ἔζησε ἐκεῖ γιὰ ἀρκετὸ καιρό, ζωὴ σταυρωμένη γεμάτη στερήσεις καὶ πολλὴ ἄσκηση.

Μετὰ ἀπὸ χρόνια ξαναγύρισε πάλι στὴν πατρίδα, ὄχι ὅμως γιὰ νὰ ζήσῃ στὸ χωριό του, ὅπως πρίν, ἀλλὰ γιὰ νὰ βρῇ τόπο τραχύ, καὶ δύσβατο, καὶ νὰ συνεχίσῃ μὲ μεγαλύτερο ζῆλο τὴν ἄσκησή του. Σὰν ντόπιος ποὺ ἦταν γνώριζε πολὺ καλὰ τὰ κατατόπια. Γνώριζε ὅτι αὐτὸς ὁ θεόρατος, ἀπόκρημνος καὶ ἀπέραντος βράχος, ποὺ καὶ ἀπὸ μακρυὰ σὲ φοβίζει, κρύβει στὰ σπλάγχνα του βαθειὲς σπηλιές. Κατάλληλες γιὰ ἀγρίμια ἀλλὰ καὶ γιὰ ἀσκητές. Τράβηξε πρὸς τὰ ἐκεῖ. Σκαρφαλώνοντας σὰν ἀγριοκάτσικο, ματώνοντας πόδια καὶ χέρια ἀπὸ τὰ κοφτερὰ στουρνάρια, ξεσχίζοντας τὶς σάρκες ἀπὸ τὰ θεριεμένα βράχια, ψάχνοντας, προσευχόμενος νὰ τοῦ ἀποκαλύψῃ ὁ Κύριος τόπο ἀσκήσεως, τραχύ, καὶ ἄγριο, βρῆκε ἐπὶ τέλους μιὰ σπηλιά, εὐρύχωρη, στεγνή, χωρὶς τὴν παρουσία ἄγριων ζώων ποὺ τότε ἀφθονοῦσαν. Ἐκεῖ θὰ ἦταν ἡ τελευταία ἐπὶ γῆς κατοικία του.

Κανεὶς δὲν γνωρίζει τὸν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του. Ζοῦσε μόνος, μονώτατος, τῷ μόνῳ Θεῷ εὐχόμενος. Συντηροῦνταν ἀπὸ τὰ ἀγριόχορτα τοῦ βουνοῦ, τὰ βατόμουρα καὶ τὸ ἄγριο μέλι. Γιὰ ποτό, εἶχε τὸ γάργαρο νερό, ποὺ ἄφθονο κυλοῦσε ἀπὸ τὶς βρυσομάνες καὶ τὶς ρεματιές. Ὅμως καὶ αὐτὸ μὲ μέτρο. Θυμόταν πάντα τὸ παλιὸ πρόσταγμα τῶν μεγάλων καθηγητῶν τῆς ἐρήμου: καὶ τὸ ὕδωρ σου μέτριον, ὦ μοναχέ, ἵνα σωθῆς.

Ἄκουσα ἀπὸ παλιούς, ὅτι γιὰ ἄσκηση κυλοῦσε ἀκόνια, βαρειὰ στουρναρόλιθα στὸν κατήφορο. Ὅταν αὐτὰ σταματοῦσαν κάτω στὰ βαθειὰ φαράγγια, κατέβαινε, τὰ σήκωνε στὸν ὦμο καὶ τὰ ἀνέβαζε πάλι ἐπάνω.

Ζώντας τέτοια ζωή, ἄσαρκη καὶ ἀγγελική, δὲν ἄργησε νὰ γίνῃ καὶ θαυματουργός. Ἀξιώθηκε δηλαδή, ἀπὸ τὸν Ἅγιο Θεό, νὰ κάνῃ θαύματα. Ἀλλὰ θαύματα σὲ ποιούς; Στὶς ἀλεποῦδες ἢ στοὺς λύκους; Ὄχι βέβαια! Ἡ φήμη του διαδόθηκε ἀπὸ περαστικοὺς κυνηγούς, σὲ ὅλα τὰ γύρω χωριά. Ἄρχισαν νὰ σκάβουν μονοπάτια ἀνάμεσα στὰ ἀπάτητα βράχια. Δὲν ἄργησαν νὰ φθάνουν μπροστὰ στὴν σπηλιά, δαιμονισμένοι, σακάτηδες, ἀσθενεῖς ἀπὸ κάθε λογῆς ἀρρώστειες. Καὶ ὅλοι, μὲ τὶς θερμὲς προσευχές, τοῦ Ἁγίου, θεραπεύονταν.

Ἀπέκτησε ἔτσι, ζῶν ἔτι, δύο ἐπίζηλους τίτλους: Ἐρημίτης, καὶ θαυματουργός.

Ὅμως, μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου, ἦρθαν χρόνια δίσεκτα. Πόλεμοι συνεχεῖς. Φράγκοι, Σλάβοι, Βενετσιάνοι, καὶ τέλος Τοῦρκοι. Ὅλοι μὲ ἕνα κοινὸ στόχο. Νὰ διαλύσουν ὅτι ἀπέμενε ἀπὸ τὴν Ῥωμανία. Αἵματα ποτάμια, φόνοι ἀδιάκοποι, βιασμοὶ καθημερινοί. Ταραχές, πυρκαϊές, καὶ ὅ,τι ἄλλο κακό, μπορεῖ νὰ βάλῃ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ἔπεσαν σὰν χιονοστιβάδες καὶ κατεπλάκωσαν ἱστορίες, θαύματα, διηγήσεις. Τὸ μόνο ποὺ ἔμεινε ἦταν τὸ θαυμαστὸ γεγονός, τῆς κοιμήσεως τοῦ Ἁγίου. Αὐτὴ κατεγράφη ἀργότερα σὲ συναξάρι τοῦ 18ου αἰῶνος.

Λαμπάδες οὐρανομήκεις ἐμήνυσαν τὴν κοίμησή του. Φῶτα λαμπρά, ποὺ ξεκινοῦσαν ἀπὸ τὴν σπηλιά, ἀνέβαιναν στὰ οὐράνια, καὶ κατέβαιναν ὅλη τὴν νύκτα, ἐμήνυσαν στὰ γύρω χωριά, ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ Ὁσίου, ἄφησε τὸν μάταιο καὶ πρόσκαιρο αὐτὸν κόσμο.

Τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ γεγονός, μετεδόθη ἀστραπιαία ἀπὸ χωριό, σὲ χωριό, καὶ ἔφθασε μέχρι καὶ τὴν πρωτεύουσα τοῦ Δεσποτάτου τὴν Ἄρτα. Πλῆθος κόσμου ξεκίνησε γιὰ νὰ φθάσῃ στὴν σπηλιά, και νὰ προσκυνήσει τὸ Ἅγιο λείψανο. Ἱερεῖς, ἱερομόναχοι, μοναχοί, λαϊκοί, ἄνδρες, γυναῖκες, παιδιά, γέροντες, πρεσβύτεροι μετὰ νεωτέρων, πῆραν τὸ δύσβατο μονοπάτι.

Ἀλλὰ καὶ ἡ Βασίλισσα, ἡ σύζυγος τοῦ Μιχαήλ, ἡ Ἁγία Θεοδώρα, μαζὶ μὲ τὴ Σύγκλητο, ἔκαμαν μεγάλη πομπή, ἀπὸ τὴν Ἄρτα, γιὰ νὰ φθάσουν πεζοπορώντας.

Σὰν ἕνα πελώριο μακρὺ φίδι σέρνονταν στὸ φίδι τοῦ βράχου, ἀγαλλομένῳ ποδί, μὲ ἕνα καὶ μόνον σκοπό. Νὰ προσκυνήσουν τὸ ἁγιασμένο λείψανο, νὰ τὸ ἐνταφιάσουν σεμνοπρεπῶς μὲσα στὴν ἴδια τὴν σπηλιά του.

Καὶ ὅλα ἔγιναν κατὰ πὼς ἔπρεπε. Ἡ Ἁγία Θεοδώρα, ποὺ καὶ πρίν, πολλὰ εἶχε ἀκούσει γιὰ τὸν Ἅγιο, δὲν παρέστη μόνο στὸν ἐνταφιασμό του. Ηὐλαβεῖτο τόσο πολὺ τὸν Ὅσιο, ὥστε ἔδωσε χρήματα πολλά, γιὰ τὴν ἀνέργεση ναοῦ στὸν τόπο τῆς κοιμήσεώς του. Καὶ πράγματι μέσα στὴν σπηλιά, χτίσθηκε ναός, ποὺ μέχρι καὶ σήμερα σώζεται. Σὲ αὐτὸν τὸν ναό, στὶς 15 Μαΐου κάθε χρόνο, ἠμέρα τῆς κοιμήσεως τοῦ Ἀγίου, πλήθη πιστῶν συγκεντρώνονται καὶ τώρα ἀπὸ τὰ γύρω χωριά, τοῦ Βάλτου, γιὰ νὰ λάβουν ἁγιασμό, παρηγοριά, τὴν εὐλογία τοῦ Ἁγίου.

Στὰ τέλη τοῦ 18ου αἰῶνος, κατόπιν ἐμφανίσεως τοῦ Ἁγίου, ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τῶν ἁγίων λειψάνων του. Μιὰ ἀργυρῆ θήκη, φτιαγμένη στὸ Καρπενήσι ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ ἀργυροχόους, ὑπεδέχθη τὰ κυριότερα καὶ μεγαλύτερα ὀστᾶ. Ἀρκετὰ τεμάχια δόθηκαν χάριν εὐλογίας στὰ γύρω μοναστήρια. Ὅλα ὅμως χάθηκαν στὶς μεγάλες περιπέτειες τοῦ Γένους μας ποὺ μετὰ ἀπὸ λίγο ἐπηκολούθησαν.

Ἕνα μικρὸ τεμάχιο, ὑπάρχει ἀκόμη στὸ Μοναστήρι τῆς Ταρτάνας, καὶ θεωρεῖται ἱερὸν φυλακτήριο καὶ μέγα θησαύρισμα. Γιὰ μᾶς τοὺς παροικοῦντας σὲ αὐτὸ τὸ Μοναστήρι, εἶναι πράγματι θησαυρός, μεγάλος. Καὶ βλέποντας τὸ βουνὸ τῆς Καλάνας ἀπέναντι παρακαλοῦμε τὸν Ἅγιο νὰ πρεσβεύῃ καὶ γιὰ μᾶς τοὺς ἀναξίους.

ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΤΟΥ ΕΡΗΜΙΤΟΥ

(Ἀρχιμ. Παύλου Ντανᾶ: Ὁ Ὅσιος Ἀνδρέας ὁ ἐν Καλάναις, Βόνιτσα 2001.
Ὅπως ἀναφέρεται στό: Βαστάκη Κων. Πρωτοπρεσβυτέρου:
Βίος-Πολιτεία-Ἀκολουθία τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἀνδρέου τοῦ Ἐρημίτου, Ἀθήνα, 2006, Ἑπτάλοφος)

Α) Τὸ 1949, ὁ κ. Μ. Α. ἀπὸ τὸ χωριὸ Χαλκιόπουλοι Βάλτου, ὅταν φοιτοῦσε στὶς πρῶτες τάξεις τοῦ Δημοτικοῦ, εἶχε μιὰ δαιμονικὴ ἐπήρεια, ποὺ γινόταν ἀφόρητη καθὼς ὁ ἀδελφός του τὴν ἐκμεταλλευόταν γιὰ νὰ τὸν φοβίζῃ. Ἡ κατάστασις αὐτὴ τὸν ταλαιπωροῦσε ἀφάνταστα. Μὲ τὴν προτοπὴ τῆς μητέρας του πῆγε στὸν Ἅγιο Ἀνδρέα. Ὅταν προσκύνησε στὸν τάφο τοῦ Ἁγίου, ἐκτινάχθηκε πρὸς τὰ πίσω καὶ ἔβγαλε μιὰ ἄναρθρη κραυγή. Ἀπὸ ἐκείνη τὴν στιγμή, ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τὴν δαιμονικὴ ἐνέργεια καὶ ἠρέμησε μὲ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου.

Β) Τὸ 1963, ὁ κ. Μ. Α., ὅταν ὑπηρετοῦσε στὸν στρατό, εἶχε φοβερὸ ἄγχος καὶ ἀνησυχία, ποὺ ἔκανε τὴν ζωή του μαρτυρική. Προβληματισμένος, ἐπικαλέστηκε τὸν Ἅγιο Ἄνδρέα νὰ τὸν λυτρώσῃ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀνησυχία καὶ ὅταν περατώσῃ τὴν στρατιωτική του θητεία, νὰ μεταβῇ στὸ Σπήλαιο καὶ νὰ κάνη Θεία Λειτουργία. Ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα ποὺ παρακάλεσε τὸν Ἅγιο, ἀπέκτησε εἰρήνη στὶς ψυχικές του δυνάμεις. Ἀφοῦ πέρασαν ἕξι χρόνια, δὲν ἐκπλήρωσε τὸ τάμα του. Ἕνα βράδυ τότε τοῦ παρουσιάζεται ὁ Ἅγιος καὶ τοῦ λέει: Γιατὶ δὲν ἔκανες αὐτὸ ποὺ μοῦ ὑποσχέθηκες;· καὶ αἰσθάνθηκε ἕνα ἠχηρὸ ῥάπισμα στὸ πρόσωπό του. Ἀφοῦ ξύπνησε ἔντρομος καὶ διηγήθηκε τὸ γεγονός, πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ κάνει τὴν Θεία Λειτουργία ποὺ εἶχε τάξει στὸν Ἅγιο. Τὴν ἡμέρα ποὺ πήγαινε μὲ τοὺς δικούς του γιὰ τὴν Σπηλιά, μὲ σκοπὸ νὰ τελεσθῇ ἡ Θεία Λειτουργία, αἰσθάνθηκε στον δρόμο πάλι τὸ ἴδιο ῥάπισμα. Ὁ πόνος ἦταν τόσο δυνατός, ὥστε σκέφτηκε νὰ γυρίσει πίσω. Μὲ τὴν ἐπιμονὴ ὅμως τῶν συγγενῶν του ἔζησε τὴν Θεία Λειτουργία. Μόλις εἶπε ὁ ἱερεὺς τό: Δι᾿ εὐχῶν, ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τον πόνο.

Γ) Τὴν τέταρτη ἡμέρα τοῦ Πάσχα, ἡ κ. Α. Ν. ἀπὸ τὴν Σπολάϊτα Ἀγρινίου, ἔκανε ἐγχείρηση ἀπὸ καταῤῥάκτη στὸ μάτι της. Ἐνῶ λοιπὸν βρισκόταν στὸ χειρουργεῖο, ἔβλεπε κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἐγχειρήσεως ἕναν Ἱερέα. Ὅταν ἐπισκέφθηκε τὸ σπίτι τοῦ ἀνηψιοῦ της στὸ Ἀγρίνιο, καὶ εἶδε τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου, εἶπε συγκινημένος: Αὐτὸς ἦταν ὁ Ἱερέας ποὺ ἦταν δίπλα μου στὸ χειρουργεῖο. Ἡ παρουσία τοῦ Ἀγίου Ἀνδρέα ἦταν ἀληθινὰ θαυμαστή.

Δ) Πολλὲς μητέρες τὰ παλαιὰ ἐκείνα χρόνια, ποὺ ἡ εὐλάβεια ἦταν πηγαία καὶ γνήσια, πήγαιναν ξυπόλητες μέχρι τὸν τάφο τοῦ Ἁγίου, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔπαιρναν χῶμα καὶ ἔκαναν φυλακτά. Ἀργότερα ὁμολογοῦσαν πὼς ἔζησαν ποικίλα θαύματα χάρις στὸ χῶμα ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ Ἁγίου.

Ε) Ὁ ἐυλαβὴς κληρικὸς π. Ἀ. Ῥ. ὑπηρέτησε χρόνια ὡς ἐφημέριος στὸ χωριὸ Χαλκιόπουλοι. Διηγεῖται ὅτι ὅταν ἦταν μικρὸ παιδί, ἀῤῥώστησε πολὺ βαριά. Ὅταν τὸν πῆρε ἡ μητέρα του καὶ προσκύνησε τὸν τάφο τοῦ Ἁγίου, ἔγινε τελείως καλά.

ΣΤ) Κάποιος χριστιανός, ὑποφέροντας ἀπὸ ῥευματικὴ ἀρθρίτιδα καὶ ἔχοντας παράλυση στὰ πόδια, πῆγε μὲ τὰ γόνατα στὸ Σπήλαιο τοῦ Ἁγίου, καὶ ὅταν προσκύνησε στὸν τάφο του, θεραπεύτηκε ἀμέσως.

Ζ) Μιὰ κυρία ἀπὸ τὸ Χαλκιόπουλοι, ποὺ ταλαιπωρήθηκε ἀρκετὰ χρόνια ἀπὸ κεφαλαλγίες, ὅταν πῆγε στὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου καὶ ἔπεσε μιὰ σταγόνα στὸ κεφάλι ἀπὸ τὸ ἁγίασμα ποὺ στάζει συνεχῶς στὴν Σπηλιά, ἀποθεραπεύτηκε.

Η) Μιὰ εὐλαβὴς χριστιανὴ ἀπὸ τὴν Πετρῶνα τοῦ Βάλτου, ποὺ εἶχε τὸ τετράχρονο παιδί της ἄῤῥωστο καὶ δὲν μποροῦσε νὰ μιλήση, πῆγε στὴν Σπηλιὰ τοῦ Ἁγίου καὶ ἔκανε Θεία Λειτουργία. Τὸ συγκινητικὸ ἦταν ὅτι μετὰ ἀπὸ 15-20 μέρες, πῆγε πάλι στὸν Ἅγιο Ἀνδρέα γιὰ νὰ κάνῃ εὐχαριστήρια Θεία Λειτουργία, ἀφοῦ ἀποκαταστάθηκε πλήρως ἡ ὑγεία τοῦ παιδιοῦ της.

Θ) Κάποιο ζευγάρι ἀπὸ τὸ Τρίκλινο εἶχε τὸ παιδί του ἄῤῥωστο. Ὅλες τὶς οἰκονομίες τῆς διέθεσαν γιὰ τὴν θεραπεία τοῦ παιδιοῦ. Δὲν κατάφεραν ὅμως τίποτε. Τότε ὁ πατέρας ἔκανε τάμα στὸν Ἅγιο, νὰ γίνη τὸ παιδί του καλά, καὶ νὰ προσφέρῃ ἕνα βόδι. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, τὸ παιδί του θεραπεύτηκε μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Ἁγίου. Ὅταν ἦλθε ἡ ἑορτή, θέλησε ὁ πατέρας νὰ ἐκπληρώσει τὸ τάμα. Βλέποντάς τον ἕνας γείτονας νὰ κρατάει τὸ βόδι, τοῦ εἶπε: Ὁ Ἅγιος δὲν τρώει κρέας· καὶ γέλασε εἰρωνικά. Τότε ἐκεῖνος ἄφησε τὸ βόδι καὶ πῆγε μὲ τὸ παιδί του στὸν Ἅγιο. Ὅπως περπατοῦσε τὸ παιδὶ στὸ μονοπάτι γιὰ νὰ πάει στὴν Σπηλιὰ τοῦ Ἁγίου, γλίστρησε καὶ κατρακύλησε σὲ ἕνα ἀπόκρημνο μέρος. Μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Ἀγίου δὲν ἔπαθε τίποτα καὶ τότε ὁ πατέρας κατάλαβε τὴν ἀσυνέπειά του καὶ πῆγε ἀμέσως στὸ σπίτι γιὰ νὰ ἐκπληρώση τὸ τάμα.

Ι) Κάποτε, ἕνας κάτοικος ἀπὸ τὸ χωριὸ Χαλκιόπουλοι, ποὺ βλασφημοῦσε, εἶδε στὸν ὕπνο του τὸν Ἅγιο Ἀνδρέα, ποὺ τὸν ἐπέπληξε μὲ δριμύτητα: Πρόσεξε, γιατὶ ἡ βλασφημία εἶναι τὸ φοβερότερο ἀμάρτημα. Μὴ τὸ ξανακάνῃς ποτὲ στὴν ζωή σου. Ἀφοῦ ξύπνησε τρομαγμένος ἀπὸ τὸ ὅραμα αὐτό, ἔκτοτε σταμάτησε νὰ βλασφημῇ.

ΙΑ) Μιὰ μητέρα ἀπὸ τοὺς Χαλκιόπουλους, πῆγε μὲ τὸ μωρό της τὸ ὁποῖο εἶχε μέσα στὴν κούνια γιὰ νὰ προσκυνήσῃ τὸν Ἅγιο. Ὅπως ὅμως περπατοῦσε στὰ ἀπόκρημνα αὐτὰ μέρη, γλίστρησε, καὶ τὸ μωρὸ ἔπεσε ἀπὸ τὴν κούνια στὸν γκρεμό. Ἀμέσως, πολλοὶ προσκυνητές, ἔσπευσαν μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς τους γιὰ νὰ βροῦν τὸ παιδί. Καὶ, ὢ τοῦ θαύματος! Τὸ παιδὶ δὲν χτύπησε καθόλου. Ὁ Ἅγιος τὸ προστάτευσε καὶ τὸ φύλαξε.

ΙΒ) Τὸ 1998, μιὰ ὁμάδα εὐλαβῶν προσκυνητῶν μετέβη στὴν Σπηλιὰ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου. Κατὰ τὴν ἐπιστροφή τους, ξεκόλλησε ἕνας βράχος ἀρκετὰ ψηλὰ ἀπὸ αὐτούς, καὶ ἐρχόταν κατὰ πάνω τους. Μόλις ὅμως ἔφθασε ἀκριβῶς κοντὰ σὲ αὐτούς, διαλύθηκε ὅπως ἡ σκόνη καὶ δὲν ἔπαθαν τίποτα.

ΙΓ) Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου, ἱδρύθηκε Μοναστήρι πρὸς τιμήν του, λίγο πιὸ μακριὰ ἀπὸ τὴν Σπηλιά, στὴν περιοχὴ ποὺ σήμερα λέγεται Παλαιομονάστηρο. Δὲν ἔχει σωθεῖ τὸ παραμικρὸ ἀπὸ αὐτό. Ὅμως, ὅμως ὁμολογοῦν πολλοὶ κάτοικοι, ἀπὸ τὸ ἀπέναντι χωριὸ Ἐμπεσός, γιὰ ἀρκετὸ χρονικὸ διάστημα ἔβλεπαν σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο ἕνα ἐξαίσιο φῶς ποὺ φώτιζε ὅλη τὴν περιοχή. Τὸ φῶς αὐτὸ σταμάτησε ὅταν κτίστηκε στὸ σημεῖο ἐκεῖνο τὸ σημερινὸ Εἰκονοστάσι. Ὑποθέτουμε ὅτι στὸ μέρος αὐτό, πρέπει νὰ ὑπῆρχε ὁ Ναὸς μὲ τὴν Ἁγία Τράπεζε ποὺ φωτιζόταν ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ.

ΙΔ) Στὸ Σπήλαιο τοῦ Ὁσίου, ἐκτὸς τοῦ τάφου καὶ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, ὑπῆρχε παλαιὰ θαυματουργὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου. Ὅταν κτίσθηκε τὸ Μοναστήρι, οἱ Μοναχοὶ μετέφεραν ἐκεῖ καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ Ὁσίου ἀπὸ τὴν Σπηλιά. Ὅμως, ἡ Εἰκόνα, ἐπέστρεψε καὶ πάλι στὸ Ἱερὸ Σπήλαιο. Αὐτὸ ἐπανελήφθη πολλὲς φορές, μέχρι ποὺ οἱ Μοναχοὶ κατάλαβαν ὅτι ὁ Ἅγιος δὲν ἤθελε νὰ φύγει ἡ Εἰκόνα του ἀπὸ τὸ Σπήλαιο καὶ τὴν ἄφησαν ἐκεῖ. Δυστυχῶς ὅμως, τὸ 1970, ἡ θαυματουργὴ αὐτὴ Εἰκόνα κλάπηκε ἀπὸ ἀρχαιοκάπηλους, καὶ βρίσκεται σε μουσεῖο στὸ Λονδίνο τῆς Ἁγγλίας, χωρὶς καντήλι καὶ λιβάνι.

Πηγή:  Νεκτάριος