Ράδιο ἈνθοΕυωδίες

Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

Ἅγιος Νικηφόρος ὁ Ὁμολογητής (2 Ιουνίου).


Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα

Ο άγιος Νικηφόρος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο Ομολογητής, καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη. Οι γονείς του Θεόδωρος και Ευδοκία ήσαν εύποροι και αριστοκρατικής καταγωγής, κυρίως όμως ήσαν ευσεβείς και ενάρετοι. Ιδιαίτερα ο πατέρας του διακρινόταν για τον ζήλο και την αγάπη του για την Ορθόδοξη πίστη, καθώς και για τους αγώνες του εναντίον της αίρεσης των εικονομάχων, εξ’ αιτίας των οποίων τελείωσε την επίγεια ζωή του στην εξορία.

Ο άγιος Νικηφόρος, όπως ο πατέρας του, ήταν και αυτός ζηλωτής και πυρίπνους, αλλά και κάτοχος αρίστης παιδείας και γι’ αυτό χρημάτισε αρχιγραμματέας στα Ανάκτορα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κατόπιν αποσύρθηκε σε κτήμα του κοντά στον Βόσπορο, για να αφοσιωθή στην μελέτη, την προσευχή και την άσκηση. Αργότερα του ανετέθη η διεύθυνση του μεγάλου Πτωχοκομείου της Βασιλεύουσας, όπου διηκόνησε με θαυμαστό ζήλο μέχρι την ημέρα της εκλογής του ως Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Σε σύντομο χρονικό διάστημα έλαβε διαδοχικά και τους τρεις βαθμούς της Ιερωσύνης και την Κυριακή του Πάσχα του 806 μ. Χ. ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο.



Ως Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, στα πλαίσια της ποιμαντικής του διακονίας φρόντισε για την διαφύλαξη της Ορθοδόξου πίστεως, την οποία επιχειρούσαν να νοθεύσουν οι αιρετικοί εικονομάχοι, καθώς και για την διατήρηση της ενότητος του ποιμνίου του, που προσπαθούσαν να την διασπάσουν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το να υποστή αφάνταστες ταλαιπωρίες, διωγμούς και εξορίες. Αξιοσημείωτο είναι το ότι τα δεκατρία από τα εικοσιδύο χρόνια της πατριαρχείας του τα πέρασε στην εξορία και εκεί τελείωσε την επίγεια ζωή του. Πρωτίστως και κυρίως όμως τον ενδιέφερε η προκοπή του ποιμνίου του και η διαφύλαξή του από τους νοητούς λύκους, τους αιρετικούς, και όχι η προσωπική του προβολή και η παραμονή του στην εξουσία. Γι’ αυτόν ο θρόνος ήταν σταυρική διακονία και όχι αφορμή επίγειων απολαύσεων. Άλλωστε, μεγάλες μορφές της Εκκλησίας μας, όπως ο ιερός Χρυσόστομος, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος και πολλοί άλλοι, δεν παρέμειναν στον θρόνο τους μέχρι το τέλος της ζωής τους και αυτό τους τιμά ιδιαιτέρως, επειδή ο πρώτος εξορίσθηκε από τους εχθρούς της Αληθείας και “ετελειώθη εν ειρήνη” στην εξορία, και ο δεύτερος παραιτήθηκε προκειμένου να συμβάλη στην διαφύλαξη της ενότητος των πιστών και στην αποτροπή ενδεχομένου σχίσματος μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, παρά το ότι δεν έφταιξε σε τίποτε.

Ο ιερός υμνογράφος, στο απολυτίκιο που συνέθεσε για τον Άγιο σκιαγραφεί μέσα σε λίγες λέξεις τον βίο και την πολιτεία του, ήτοι τους αγώνες, τις εξορίες και την θαρραλέα ομολογία του, που είχαν ως αποτέλεσμα την νίκη της Εκκλησίας εναντίον της αιρέσεως. “Νίκην ήνεγκε, τη Εκκλησία, η ση ένθεος ομολογία, Νικηφόρε Ιεράρχα θεόληπτε. Την γαρ εικόνα του Λόγου σεβόμενος υπερορία αδίκως ωμίλησας. Πάτερ όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος”.

Θα ήθελα να σταθούμε λίγο στην φράση: “τήν γαρ εικόνα του Λόγου σεβόμενος...” και να αναφερθούμε με συντομία στην Ορθόδοξη διδασκαλία για τις ιερές εικόνες. Κατ’ αρχάς πρέπει να πούμε ότι ο Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος είναι εικόνα του Θεού Πατρός. Ο άνθρωπος είναι πλασμένος κατ’ εικόνα Θεού και είναι εικόνα του Χριστού, δηλαδή ο άνθρωπος είναι εικόνα της εικόνος. (Μ. Βασίλειος).

Όποιος σέβεται και αγαπά τον Χριστό αυτός ασπάζεται και το εικόνισμα της μορφής Του, καθώς και τα εικονίσματα της Παναγίας Μητέρας Του και των φίλων Του, των Αγίων. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι όσο περισσότερο αγαπά κανείς ένα πρόσωπο τόσο έπιθυμεί να το βλέπη και να χαίρεται την παρουσία του. Και όταν αυτό δεν καθίσταται δυνατόν λόγω αποστάσεως ή για οποιονδήποτε άλλον λόγο, τότε παίρνει την φωτογραφία του, την ασπάζεται και δεν αισθάνεται ότι φιλά το χαρτί και τα χρώματα, αλλά το πρόσωπο που αγαπά. Κατά παρόμοιον τρόπο ασπάζεται και τις άγιες εικόνες και αισθάνεται ότι ο σεβασμός και η αγάπη ανάγονται στο εικονιζόμενο πρόσωπο και όχι στα υλικά αντικείμενα, επειδή, όπως τονίζει ο Μ. Βασίλειος, “η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει”. Εδώ θα πρέπη να διευκρινισθή, το ότι η λατρεία ανήκει μόνον στον Άγιον Τριαδικό Θεό, ενώ στην Θεοτόκο και τους Αγίους αποδίδεται τιμή και όχι λατρεία.

Αλλά εκείνος που σέβεται το αποτύπωμα του Χριστού επάνω στο χαρτί ή το ξύλο, κατά τον ίδιο τρόπο θα πρέπη να αγαπά και να σέβεται και την έμψυχη εικόνα του Χριστού, τον άνθρωπο. Μάλιστα, όσο πιο πολύ αγαπά κανείς τον Χριστό, τόσο περισσότερο αγαπά και τις εικόνες του, τους ανθρώπους. Όπως έλεγε ο π. Πορφύριος, “όταν η ψυχή ερωτευθή τον Χριστό, αγαπά και τους ανθρώπους και δεν μπορεί να τους μισήσει”. Και όπως εξακολουθεί να τιμά τα εικονίσματα, έστω και όταν είναι πεσμένα κάτω και λερωμένα, και τα σηκώνει, τα καθαρίζει και τα ασπάζεται, έτσι ακριβώς, ίσως και περισσότερο, πρέπει να σέβεται και τις έμψυχες εικόνες του Χριστού, έστω κι’ αν είναι πεσμένες και λερωμένες, και να μη τις περιφρονή ή να τις κατακρίνη. Η κρίση ανήκει στον Θεό και σε μας δεν επιτρέπεται να αρπάζουμε με αναίδεια και να οικειοποιούμαστε τα δικαιώματα του Θεού. Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπάρχει και η μετάνοια, δια της οποίας σώζονται αθάνατες ψυχές.

Κάποτε ο π. Παΐσιος, αποχαιρετώντας κάποιον επισκέπτη του ιερέα του είπε μεταξύ των άλλων: “Να πάς στην Ενορία σου να καθαρίσης τις εικόνες”. Και εννοούσε τις έμψυχες εικόνες, που δια της καθάρσεως έχουν την δυνατότητα να φθάσουν στον φωτισμό και την θέωση, ήτοι στην απόλαυση της αιωνίου θείας ζωής.

Πηγή: Παρέμβασις