Ράδιο ἈνθοΕυωδίες

Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013

Οὔτε ἡ πίστη εἶναι δικό μας κατόρθωμα!

Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς,
«Πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολὴ Ἀπ. Παύλου»,
ἐκδ. Βασ. Ρηγοπούλου, Θεσ/νίκη, σ. 86-89

Μόνο ἡ χωρὶς ὅρια θεϊκὴ παν-ἀγαθότης τοῦ Χριστοῦ εἶχε καὶ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν δύναμη νὰ σώσει τὸν κόσμο. Πράγματι, μὲ τὴν δύναμη τοῦ Χριστοῦ, οἱ ψυχικὰ νεκροὶ ἀναζωογονοῦνται, ἀνασταίνονται καὶ ἀνυψώνονται στὴν αἰώνια θεϊκὴ ζωή, πάνω ἀπ’ ὄλες τὶς θεϊκὲς οὐράνιες δυνάμεις.

Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τὸ τέλος ἡ σωτηρία εἶναι δῶρο τῆς παναγαθότητος τοῦ Θεοῦ καὶ σὲ καμιὰ περιπτωση δημιούργημα τῶν ἀνθρωπίνων προσπαθειῶν, τῶν ἀνθρωπίνων δυνάμεων καὶ τῶν ἀνθρωπίνων ἔργων.

Ὅλη ἡ Θεανθρώπινη οἰκονομία τῆς σωτηρίας, ὄλες οἱ ἔνθεες Θεανθρώπινες δυνάμεις, τὶς ὁποῖες ὁ Κύριος ἔφερε σὲ αὐτήν, καὶ ὅλα τὰ καλά, τὰ ἀγαθὰ καὶ τὰ δῶρα ποὺ μᾶς δώρισε μὲ τὴν σωτηρία, ἀποτελοῦν καὶ τὴν χάρη τῆς σωτηρίας. Γι’ αὐτὸ τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Σωτῆρος, τὸ «σωτηριῶδες» εὐαγγέλιο, ὀνομάζεται «εὐαγγέλιο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. κ´ 24). Σὲ αὐτὴ τὴν θαυμαστὴ «χάρη» μᾶς ἔχει φέρει (ὁ Χριστὸς) καὶ ἔχουμε σταθεῖ μὲ τὴν πίστη καὶ μὲ τίποτε ἄλλο «τὴν προσαγωγὴν ἐσχήκαμεν τῇ πίστει» (Ρωμ. ε´ 2), οὔτε μὲ τὴν γνώση, οὔτε μὲ τὴν κατοχὴ διαφόρων πραγμάτων, οὔτε μὲ τὴν ἐπιστήμη, οὔτε μὲ τὸν πλοῦτο, οὔτε μὲ τὰ ἀξιώματα καὶ τὶς θέσεις, οὔτε μὲ τίποτε ἄλλο.



Καὶ τὴν πιστὴ μπορεῖ νὰ τὴν ἔχει ὁ κάθε ἄνθρωπος, μόνο ἂν θέλει, ἐξαρτᾶται δηλαδὴ μόνο ἀπὸ τὴν δική του καλὴ θέληση (Α´ Τιμ. α´16). Ἀλλὰ μόνο ἐπειδὴ εἴμαστε μὲ τὸν Χριστὸ «ὑπὸ χάριν» (Ρωμ. ϛ´14), γι’ αὐτὸ καὶ κάνουμε τὸν ἀγῶνα τῆς ἐλεύθερης πιστῆς μας, φωτιζόμενοι καὶ ἐνισχυόμενοι ἀπὸ τὴν χάρη. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Ἀπόστολος εὐαγγελίζεται «τῇ γὰρ χάριτι ἔστε σεσωσμένοι διὰ τῆς πίστεως· καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον, οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται». Δὲν ὑπάρχει ἀνθρώπινο ἔργο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ σώσει τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὸν θάνατο καὶ τὸν διαβολο. Μὰ καὶ ἂν ἀκόμα ὅλα τὰ ἀνθρώπινα ἔργα εἶχαν αὐτὸν τὸν σκοπὸ καὶ γίνονταν ἕνα τεράστιο ἔργο, πάλι δεν θὰ μπορουσαν νὰ κανοῦν τίποτε,

Ἡ σωτηρία μας ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὸν θάνατο καὶ τὸν διάβολο, ξεπερνᾶ ὄλες τὶς ἀνθρώπινες δυνάμεις καὶ ὅλα τὰ ἀνθρώπινα ἔργα. Αὐτό, ὁλοκληρωτικά, τέλεια καὶ μὲ κάθε πληρότητα, εἶναι ἔργο τῆς παν-ἀγαθότητας, παν-ἀγάπης καὶ παντοδυναμίας τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἔτσι οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουν δίκιο νὰ «καυχῶνται» γιὰ κανένα ἔργο τους, εἴτε προσωπικό, εἴτε συλλογικό. Γιατί, γιὰ τὴν σωτηρία δεν σημαίνουν τίποτε, οὔτε ἡ κουλτούρα, οὔτε ὁ πολιτισμός, οὔτε ἡ ἐπιστήμη, οὔτε ἡ τεχνολογία, οὔτε ἡ φιλοσοφία, οὔτε ἡ τέχνη.

Πράγματι, ὅλα αὐτὰ εἶναι ὑπερβολικὰ ἀδύνατα, ἀπέναντι στὴν τρομερὴ πραγματικότητα τοῦ θανάτου. Μόνο μία ἀνθρωπίνη πράξη ἔχει ἐδῶ ἀξία καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πίστη στὸν Θεάνθρωπο, πίστη στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας, ποὺ Αὐτὸς πραγματοποίησε καὶ ἀδιάκοπα πραγματοποιεῖ. Συνεπῶς ἡ πίστη εἶναι ἡ συνεισφορά μας, ἡ συμβολή μας στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας μας, τῆς σωτηρίας μας ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὸν θάνατο καὶ τὸν διάβολο. Γιὰ νὰ τελειοποιηθεῖ τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας μας, ἀπαραίτητη εἶναι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Θεανθρώπινος ἀγῶνας τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴν σωτηρία μας, εἶναι χωρὶς ὅρια, εἶναι τόσο τεράστιος, τόσο «μέγας», ὥστε ἡ πίστη μας νὰ εἶναι πάντα μικρή, πάντα ἐλαχίστη, πάντα λυμφατική, γιὰ νὰ γίνει «κατανοητὸς καὶ ἀντιληπτὸς» (αὐτὸς ὁ ἀγῶνας). Γι’ αὐτὸ καὶ συχνὰ μὲ τοὺς Ἀποστόλους παρακαλοῦμε «Κύριε πρόσθες ἡμῖν πίστιν» (Λουκ. ιζ´ 5) καὶ «ἐνίοτε» ἀπελπισμένα φωνάζουμε «πιστεύω, Κύριε βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ» (Μάρκ. θ´ 24). Ἡ πίστη μας σὲ ὄλες τὶς βαθμίδες εἶναι πάντα «κατὰ τὴν ἐνέργεια τοῦ κράτους τῆς ἰσχῦος αὐτοῦ» (Ἐφεσ. α´19). «Γιὰ νὰ μὴ σὲ ἀφήσει νὰ ὑπερηφανευθεῖς, λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, κοίταξε πῶς σὲ ταπεινώνει «τῇ γὰρ χάριτι ἐστὲ σεσωσμένοι», λέγει, «διὰ πίστεως». Ὕστερα πάλι, γιὰ νὰ μὴ καταστρέψει τὸ αὐτεξούσιο, προσέθεσε καὶ τὴν δική μας συμβολὴ καὶ πάλιν ἀναιρεῖ αὐτὴν καὶ λέγει «καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ἡμῶν». Οὔτε ἡ πίστη, λέγει, εἶναι δικό μας ἔργο. Γιατὶ ἂν δὲν ἐρχόταν, ἂν δεν προσκαλοῦσε, πῶς θὰ μπορούσαμε νὰ πιστεύσουμε; Γιατὶ «πῶς», λέγει, «πιστεύσουσιν, ἐὰν μὴ ἀκούσωσιν;» (Ρωμ. ι´ 14). Ὥστε, οὔτε ἡ πίστη εἶναι δικό μας κατόρθωμα. «Θεοῦ», λέγει, «τὸ δῶρον». Ἀλλὰ μήπως ἦταν ἀρκετὴ ἡ πίστη γιὰ νὰ σώσει; λέγει. Ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ μᾶς σώσει χωρὶς ἐμεῖς καθόλου νὰ συμπράξουμε, γιὰ νὰ μὴν εἴμαστε τελείως ἀργοί, λέγει, Ὅτι αὐτὴν (τὴν πίστη), ἐζήτησε ὁ Θεός. Εἶπε, ὅτι ἡ πίστη σῴζει. Ἐπειδὴ θέλησε ὁ Θεός, γι’ αὐτὸ ἡ πίστη ἔσωσε. Γιατί, εἰπέ μου, ποῦ σῴζει ἡ πίστη χωρὶς ἔργα; Τοῦτο εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, «ἵνα μή τις καυχήσεται» (Ἐφεσ. β´ 9), γιὰ νὰ μᾶς κάνει εὐγνώμονες γιὰ τὴν χάρη. Τί δηλαδή; λέγει. Αὐτὸς ἐμπόδισε νὰ δικαιωθοῦμε ἀπὸ τὰ ἔργα; Καθόλου· ἀλλὰ κανένας, λέγει, δεν δικαιώθηκε ἀπὸ τὰ ἔργα, γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἡ χάρη καὶ ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Δὲν μᾶς ἀπομάκρυνε, ἐνῶ εἴχαμε ἔργα, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐγκαταλειφθήκαμε ἀπὸ τὰ ἔργα, μᾶς ἔσωσε μὲ τὴν χάρη, ὥστε κανένας λοιπὸν νὰ μὴ μπορεῖ νὰ καυχιέται» (Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, Λόγος Δ´ πρὸς Ἐφεσίους).

«Τῇ γὰρ χάριτι ἐστὲ σεσῳσμένοι διὰ τῆς πίστεως» καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπὸ μᾶς. Ἀπὸ μᾶς εἶναι ἡ πίστη, ἀλλὰ αἰτία καὶ πηγή της εἶναι ὁ Θεός. Γιατὶ ἂν δὲν ἐνσαρκωνόταν Αὐτός, πῶς ἦταν δυνατὸν ἐμεῖς νὰ πιστέψουμε; Γιατὶ «ἔχει λεχθεῖ» «πῶς θὰ πιστεύσουν, ἂν δὲν ἀκούσουν;». Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Ἀπόστολος ὀνομάζει τὴν πίστη ἔργο Θεοῦ. Καὶ ἡ πίστη εἶναι ἀκόμη δῶρο Θεοῦ, γιατὶ «καθ’ ἑαυτὴ» δὲν μπορεῖ νὰ σώσει (τὸν ἀνθρωπο), ἂν ὁ Θεὸς δεν ἤθελε νὰ τὸν σώσει. Ἔτσι λοιπόν, ἡ πίστη μας εἶναι περισσότερο δῶρο Θεοῦ, ὅπως δῶρο Θεοῦ εἶναι καὶ ἡ σωτηρία «διὰ τῆς πίστεως». «Οὔτε ἀπὸ ἔργο μπορεῖ καὶ πρέπει κανεὶς νὰ καυχηθεῖ». Ὄχι γιατὶ ὁ Θεὸς δὲν θὰ ἤθελε νὰ σώσει μὲ τὰ ἔργα, ἀλλὰ γιατὶ κανένας δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ μὲ τὰ ἔργα, ἂν δὲν ὑπάρχει ἡ πίστη. Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, σὲ καμιὰ περίπτωση, κανένας δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ μὲ τὰ ἔργα. Λοιπὸν ἂς μὴ καυχιέται» (Οἰκουμένιος).

Πηγή: Χριστιανική Βιβλιογραφία