Ράδιο ἈνθοΕυωδίες

Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

Ἡ ἐπιστήμη καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες.

Απόσπασμα από το βιβλίο: «Genesis, Creation, and Early Man»
Η Γένεσις, η Δημιουργία και ο Πρώιμος Άνθρωπος
του πατρός Σεραφείμ Ρόουζ († 1982)
Σελ.283-286

(Το κεφάλαιο αυτό είχε συγκροτηθεί
από τις διάφορες σημειώσεις του πατρός Σεραφείμ
οι οποίες βρέθηκαν μετά την κοίμησή του. )

...τα επιστημονικά δεδομένα
ποτέ δεν χρησιμοποιούνται  για κάτι περισσότερο 
από το να απεικονίζουν τις αρχές οι οποίες προέρχονται, 
όχι από γνώση της φύσης, αλλά από αποκάλυψη...

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Η ΚΟΣΜΙΚΗ ΓΝΩΣΗ

Η επιδρομή της σύγχρονης αθεϊστικής σκέψης στον Χριστιανισμό έχει υπάρξει τόσο αποτελεσματική, ώστε να κάνει πολλούς Ορθόδοξους Χριστιανούς να αμύνονται και να αισθάνονται κατωτερότητα για την δική τους Ορθόδοξη σοφία, και να γίνονται υπερβολικά πρόθυμοι να παραδεχθούν πως υπάρχει αλήθεια και σοφία μέσα στην σύγχρονη κοσμική γνώση, για την οποία η Ορθοδοξία «δεν έχει καμμία γνώμη». Με τον τρόπο αυτό, υποτιμούν την αμέτρητα πλούσια παράδοση των Αγίων Πατέρων, αυτή που μας δίνει Χριστιανική γνώση, όχι μονάχα επί στενών εκκλησιαστικών ή θεολογικών θεμάτων, αλλά επί πολύ περισσοτέρων.

Η Πατερική σοφία αποτελεί για τον Ορθόδοξο Χριστιανό μια ολοκληρωμένη φιλοσοφία ζωής, συμπεριλαμβανομένης και της στάσης απέναντι τις μοντέρνες ευκολίες, την επιστημονική γνώση, και άλλα πράγματα που δεν υπήρχαν στην σύγχρονή τους μορφή κατά την διάρκεια της ζωής των Αγίων Πατέρων του παρελθόντος.



Η Ρωμαιοκαθολική θεολογία προ πολλού παραιτήθηκε από την προσπάθειά της να αποτελεί το μέτρο σοφίας για τους σύγχρονους ανθρώπους, με αποτέλεσμα σήμερα πλέον να «εννοείται γενικά» πως οι απαντήσεις σε πολλά σύγχρονα ερωτήματα βρίσκονται στους σύγχρονους «σοφούς», ήτοι στους επιστήμονες, ή, ακόμα, και στους φιλοσόφους.

Όμως οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί ξέρουν καλύτερα, και οφείλουν να είναι πάρα πολύ προσεκτικοί όταν πρόκειται να αποφασίσουν πόσο πρέπει να πιστέψουν αυτούς τους «σοφούς».

Μία περιοχή κοινής σύγχυσης είναι η ερμηνεία της Γένεσης, ειδικά εν όψει της «επιστημονικής» θεωρίας της εξέλιξης.

Δεν είναι καθόλου υπερβολή να πει κανείς πως πολλοί άνθρωποι - ακόμα και ανάμεσα στους Ορθοδόξους Χριστιανούς - υποθέτουν πως η επιστήμη έχει αρκετό λόγο στο να βοηθά τους Χριστιανούς να «ερμηνεύουν» το κείμενο της Γένεσης. Εμείς θα εξετάσουμε την υπόθεση αυτή, όχι αρχίζοντας με την μελέτη της ίδιας της θεωρίας της Εξέλιξης - στην οποία φυσικά δεν αναφέρθηκαν άμεσα οι Άγιοι Πατέρες αφού είναι προϊόν της «Διαφωτισμένης» σκέψης του18ου και του 19ου αιώνα και ήταν κάτι το ανήκουστο στους προηγούμενους αιώνες - αλλά πρωτίστως με την μελέτη της στάσεως των Αγίων Πατέρων προς την κοσμική γνώση από την μία, και με τις αρχές τους για την κατανόηση και την ερμηνεία της Γένεσης από την άλλη (καθώς και την δική τους ερμηνεία της ίδιας της Γένεσης).

Κανείς δεν θα τολμήσει να πει πως οι Άγιοι Πατέρες - και οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί εν γένει - είναι «εναντίον της επιστήμης», δηλαδή, πως εναντιώνονται στην επιστημονική γνώση, εφ' όσον αυτή είναι όντως η γνώση της φύσης. Δεδομένου ότι ο Θεός είναι ο Συγγραφέας και της αποκάλυψης και της φύσης, δεν είναι δυνατόν να υπάρχει η οποιαδήποτε διαφωνία ανάμεσα στην θεολογία και την επιστήμη, φτάνει το καθένα τους να είναι πιστό και να περιορίζεται στην σφαίρα που του ανήκει εκ φύσεως. Επί πλέον, όσοι Άγιοι Πατέρες έγραψαν σχόλια επί του βιβλίου της Γένεσης δεν δίστασαν να κάνουν χρήση της επιστημονικής γνώσης για την φύση όπως ήταν γνωστή την εποχή εκείνη, στον βαθμό βέβαια που αυτή σχετιζόταν με το θέμα.

Έτσι, ο πατήρ Μιχαήλ Πομαζάνσκυ (1888-1989), σε ένα οξυδερκές άρθρο του, όπου συγκρίνει την «Εξαήμερο» του Μεγάλου Βασιλείου με τις «Ομιλίες επί των Ημερών της Δημιουργίας» του Αγίου Ιωάννου της Κρονστάνδης, παρατηρεί:

«Η ‘Εξαήμερος' του Μεγάλου Βασιλείου είναι, ως ένα βαθμό, μία εγκυκλοπαίδεια γνώσης των φυσικών επιστημών της εποχής του, ως προς τα θετικά τους επιτεύγματα».

Ο σκοπός του ήταν να αποδείξει το μεγαλείο του Θεού όπως αυτό φανερώνεται στα ορατά είδη των δημιουργημάτων. Η γνώση των φυσικών επιστημών είναι μια γνώση που σίγουρα επιδέχεται συνεχώς την αναθεώρηση εξ αιτίας των νέων ευρημάτων που οφείλονται στην παρατήρηση και τον πειραματισμό, και ως εκ τούτου, μπορεί κανείς να βρει λάθη ακόμα και στα γραπτά του Αγίου Βασιλείου και των άλλων Πατέρων - όπως υπάρχουν λάθη σε όλα τα έργα εκείνων που γράφουν σχετικά με επιστημονικά δεδομένα. Όμως τα λάθη αυτά καθόλου δεν μειώνουν την συνολική αξία των έργων όπως είναι η «Εξαήμερος», όπου τα επιστημονικά δεδομένα ποτέ δεν χρησιμοποιούνται για κάτι περισσότερο από το να απεικονίζουν τις αρχές οι οποίες προέρχονται, όχι από γνώση της φύσης, αλλά από αποκάλυψη. Σε ό,τι αφορά την γνώση των δεδομένων της φύσης, τα σύγχρονα έργα της επιστήμης είναι βεβαίως πολύ ανώτερα από το «επιστημονικό» μέρος της «Εξαημέρου» και των παρεμφερών έργων Αγίων Πατέρων, καθώς βασίζονται σε πολύ πιο ακριβείς παρατηρήσεις της φύσης. Αυτή είναι η μία και μόνη άποψη όπου η επιστήμη μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι ανώτερη, ή ότι «βελτιώνει» τα γραφόμενα από τους Πατέρες. Όμως αυτό είναι ένα σημείο το οποίο - στους Αγίους Πατέρες - συμπίπτει αρκετά με άλλες, θεολογικές και ηθικές διδαχές.

Ας διακρίνουμε όμως πολύ προσεκτικά ανάμεσα στα πραγματικά επιστημονικά δεδομένα και κάτι εντελώς διαφορετικό που είναι το σήμερα, όπου τα διάφορα είδη γνώσης συχνά δεν διακρίνονται προσεκτικά και συχνά τα συγχέουν με αυτό που είναι «γεγονός». Ο πατήρ Μιχαήλ Πομαζάνσκυ συνεχίζει:

«Ο Μέγας Βασίλειος αναγνωρίζει όλα τα επιστημονικά δεδομένα της φυσικής επιστήμης. Δεν αποδέχεται όμως τις φιλοσοφικές συλλήψεις ή τις ερμηνείες των δεδομένων που ήταν σύγχρονές του: την μηχανιστική θεωρία της προέλευσης του κόσμου, την διδασκαλία της αιωνιότητας και της αϊδιότητας του φυσικού κόσμου (και τα παρεμφερή). Ο Μέγας Βασίλειος γνώριζε πώς να υπέρκειται των θεωριών των συγχρόνων με αυτόν οι οποίες αφορούσαν στις βασικές αρχές του κόσμου, και η «Εξαήμερός» του διακρίνεται ως ένα φωτεινό και τιμηθέν σύστημα που αποκαλύπτει το νόημα της Γένεσης, και βασιλεύει υπεράνω των προαναφερθέντων (θεωριών), όπως ένα πουλί υπερίπταται των πλασμάτων που έχουν την δυνατότητα να κινούνται μόνο επί της γήινης επιφάνειας.»

Οι συλλήψεις και οι θεωρίες της σημερινής επιστήμης (όπως π.χ. η θεωρία της εξέλιξης) είναι σαφώς της ίδιας τάξης με εκείνο το μέρος της «επιστήμης» που ήταν σύγχρονη του Αγίου Βασιλείου την οποία εκείνος δε αποδεχόταν, εφ' όσον ήταν σαφώς αντίθετη με την Χριστιανική αποκάλυψη. Θα δούμε σε αυτά που θα ακολουθήσουν κατά πόσο η θεωρία της εξέλιξης αποτελεί εξαίρεση στον γενικό αυτό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίον οι ανεξάρτητοι φιλοσοφικοί συλλογισμοί των μη-Χριστιανών (οι οποίοι πάντοτε διαθέτουν μια εμφάνιση που περισσότερο ή λιγότερο θυμίζει «επιστημονικό δεδομένο» για να στηριχθούν) δεν έχουν καμμία θέση στην Ορθόδοξη Χριστιανική κοσμοθεωρία, η οποία είναι θεμελιωμένη στην Θεία Αποκάλυψη όπως αυτή ερμηνεύθηκε και παραδόθηκε από τους Αγίους Πατέρες.

Ακόμα ένα πράγμα πρέπει να ειπωθεί για την διάκριση ανάμεσα στην φύση και την ποιότητα της θεολογικής γνώσης και της επιστημονικής γνώσης. Η πρώτη προέρχεται από αποκάλυψη του Θεού και κρίνεται σύμφωνα με την πιστότητά της προς την αποκάλυψη εκείνη και οδηγεί την ψυχή επάνω, προς την Πηγή της, ενώ η επιστημονική γνώση προέρχεται από τα δεδομένα του φυσικού κόσμου και ο σκοπός της δεν είναι άλλος, από το να είναι πιστή στα δεδομένα. Δεν έχει κανείς παρά να διαβάσει τον σχολιασμό επί της Γένεσης του Μεγάλου Βασιλείου, του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, του Αγίου Ιωάννου της Κρονστάνδης, ή όποιον άλλο Άγιο Πατέρα, για να διαπιστώσει πώς οι Πατέρες αυτοί συνεχώς χρησιμοποιούν την γνώση που έχουν στην διάθεσή τους - είτε αυτή είναι θεολογική γνώση των δρώμενων του Θεού, ή απλώς επιστημονική γνώση των δημιουργημάτων του Θεού - για να τραβήξει το νοερό βλέμμα προς τα άνω, στον Δημιουργό, για να προσφέρει ηθική οικοδομή και τα παρεμφερή: εν πάση περιπτώσει, να μην επαναπαύεται ΠΟΤΕ με την απλή, αφηρημένη γνώση των πραγμάτων....*

Θα μας δοθεί αργότερα η ευκαιρία να θυμηθούμε τις διακρίσεις ανάμεσα στην κοσμική και την θεολογική γνώση. Προς το παρόν, ας μας αρκεί, να γνωρίζουμε πως η κοσμική γνώση δεν μπορεί να μας διδάξει τίποτε για την αποκάλυψη του Θεού που να μην εμπεριέχεται μέσα στην ίδια την αποκάλυψη. Εάν το επιδιώξει, θα προσπαθεί να μετρήσει το Θεϊκό με ανθρώπινους συλλογισμούς. Ειδικότερα, όσοι σκέπτονται να «ερμηνεύσουν» τμήματα της Γένεσης δια της εξελικτικής θεωρίας, πρέπει να είναι προετοιμασμένοι να βρουν σαφείς θεολογικές αποδείξεις της θεωρίας αυτής μέσα στην αποκάλυψη του Θεού.

* Ο πατήρ Σεραφείμ εδώ παραθέτει τον λόγο του Αγίου Γρηγορίου τον Παλαμά επί της διακρίσεως ανάμεσα στην αληθινή θεολογία και την κοσμική γνώση.

Πηγή: Εγκόλπιον