Ράδιο ἈνθοΕυωδίες

Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

Ὁ Γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης, ἕνας λόγιος ἡσυχαστῆς (Β).

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

(συνέχεια...)

2. Στοιχεία της ησυχαστικής του θεολογίας.

Πολλά είναι τα βιβλία που είχε συγγράψει ο π. Θεόκλητος και στα οποία φαίνεται η προσωπικότητά του, αλλά κυρίως ο μοναχισμός που συνάντησε στο Άγιον Όρος από κοινοβιάτες και ερημίτες μοναχούς, που ζούσαν τον ησυχαστικό τρόπο ζωής. Δεν θα αναφερθώ σε αυτά, γιατί θα ακολουθήση άλλη εισήγηση για τον π. Θεόκλητο ως συγγραφέα. Κυρίως στο σημείο αυτό θα ήθελα να εντοπίσω τα δύο κλασσικά βιβλία του το ένα με τίτλο «Μεταξύ ουρανού και γης» και το άλλο με τίτλο «Αθωνικοί διάλογοι, η θεολογία της νοεράς προσευχής» που αναφέρονται διεξοδικά στα θέματα του μοναχισμού και της ιεράς ησυχίας.



Και τα δυό αυτά βιβλία είναι γραμμένα με διαλογική μορφή, και όπως πιστεύω αλλά και ο ίδιος με διαβεβαίωσε, πρόκειται για μια μορφή την οποία εκείνος επέλεξε. Προφανώς πρόκειται για βιώματα του ιδίου του π. Θεοκλήτου, που έβαλε στο στόμα ερημιτών και γερόντων ησυχαστών και στους συνομιλητές τους. Στην πραγματικότητα ήταν το περιεχόμενο της σκέψεως και της ζωής του. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι τις υψηλές διδασκαλίες της Εκκλησίας τις έθετε στο στόμα ερημιτών μοναχών. Αυτό δεν γινόταν χωρίς λόγο. Πίστευε απόλυτα ότι η ορθόδοξη πίστη είναι καρπός εμπειρίας. Για τον Γέροντα Θεόκλητο το πρότυπο και η αναφορά του ήταν ο ερημίτης θεόπτης ησυχαστής.

Το βιβλίο «Μεταξύ ουρανού και γης», που βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών, είναι γραμμένο από την αρχή της μοναχικής του ζωής στον Άθωνα και είναι τρόπον τινα μια ομολογία του περί του μοναχισμού. Ο ίδιος μου έλεγε ότι αυτό το βιβλίο είναι γραμμένο για τους ανθρώπους που βρίσκονται έξω από το Άγιον Όρος και έχουν κακή ιδέα περί του μοναχισμού η τον ταυτίζουν με διάφορες ασκητικές αρχαιοελληνικές και βουδιστικές παραδόσεις, και αποβλέπει να τους κάνη να στρέψουν την προσοχή τους στον ορθόδοξο μοναχισμό ως την αληθινή ευαγγελική ζωή. Έλαβε αφορμή από διάφορα βιβλία και κείμενα που εγράφησαν για τον Μοναχισμό και το Άγιον Όρος που αγνοούσαν το «πνεύμα» του Μοναχισμού και του Αγίου Όρους. Πάντως, όπως ο ίδιος έλεγε, όταν κανείς εισέρχεται στην Ιερά Μονή για να γίνη μοναχός πρέπει να αφήση έξω από αυτήν το βιβλίο αυτό. Το βιβλίο γνώρισε πολλές εκδόσεις, μεταφράσεις σε άλλες γλώσσες και έγινε αντικείμενο διδακτορικών διατριβών.

Όμως, το δεύτερο βιβλίο με την μορφή του διαλόγου και τίτλο «Αθωνικοί διάλογοι» είναι εκείνο που εκπροσωπεί, κατά την γνώμη μου, τον γνήσιο ορθόδοξο ησυχαστικό μοναχισμό και είναι καρπός βαθείας γνώσεως της ιεράς ησυχίας, της νοεράς προσευχής και των εσωτερικών πλευρών της πνευματικής ζωής. Όταν διαβάση κανείς τους τίτλους των κεφαλαίων του βιβλίου αυτού αντιλαμβάνεται την σημαντικότητά του, και το ότι ο Γέρων Θεόκλητος κατόρθωσε να περιλάβη σε αυτό τα κεντρικά σημεία της ιεράς εργασίας της προσευχής. Πρόκειται για κλασσικό βιβλίο στο είδός του, το οποίο αποτελεί περίληψη όλης της ησυχαστικής - νηπτικής παραδόσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Για να φανή καλύτερα η σημασία και η αξία του βιβλίου θα πρέπη να εντοπισθούν μερικά σημεία από την ευσύνοπτη εισαγωγή την οποία έγραψε ο ίδιος ο π. Θεόκλητος.

Κατ’ αρχάς παρουσιάζει το Άγιον Όρος ως «χώρο» διαλόγων και κυρίως διαλόγων για πνευματικά ζητήματα. Σε μια περίοδο που το Άγιον Όρος εθεωρείτο ως ένας πολιτιστικός χώρος με έργα τέχνης και υπέροχες βιβλιοθήκες, ο Γέρων Θεόκλητος θεωρεί το Άγιον Όρος ως χώρο διαλόγου για την προσευχή, που αποτελεί την καρδιά και τον παλμό του. Μάλιστα ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του ως μάρτυρα ενός τέτοιου διαλόγου, γι’ αυτό και ισχυρίζεται ότι σε αυτόν ανήκει «ο μισθός του κόπου της αποτυπώσεως των διαλόγων» των οποίων ο ίδιος υπήρξε αυτήκοος μάρτυς και συμμέτοχος.

Ισχυρίζεται ακόμη, και αυτό δείχνει την προφητική του ενέργεια, ότι «η σύγχυσις, η νοθεία, η αίρεσις» εισέρχονται στην Εκκλησία με ποικίλες μορφές και ο διάβολος αρπάζει τα πρόβατα από την ποίμνη του Χριστού. Η μόνη μέθοδος για να αποφύγη κανείς αυτούς τους πειρασμούς, που πλανούν τους ανθρώπους, είναι ο ησυχασμός, γι’ αυτό και υπενθυμίζει τον λόγο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «δει τω όντι σχολάσαι, και γνώναι Θεόν». Δεν μπορεί κανείς να φθάση στην γνώση του Θεού όταν διακατέχεται από τον σάλο των «βιωτικών μελημάτων» που απορρέει από τις συνθήκες του βίου, ούτε όταν διακρίνεται από τον «τάραχον των παθών» που προκαλεί «η άφευκτος ναυτία εις τας ψυχάς».

Η Εκκλησία συνεχώς διδάσκει και χορηγεί την Χάρη του Θεού με τα Μυστήρια, αλλά απαιτείται και η συνέργεια των ανθρώπων. Ο Γέρων Θεόκλητος στην εισαγωγή του βιβλίου αυτού θεωρεί ότι ένα από τα ενδεικνυόμενα μέσα για την άμυνα του ανθρώπου στις πυκνές και αλλεπάλληλες προσβολές του κακού και την ενοποίηση των δυνάμεων της ψυχής που διαχέονται στον κόσμο «είναι η μονολόγιστος προσευχή». Η αξία της ευχής συνίσταται στο ότι αφ’ ενός μεν γίνεται με εύκολο τρόπο, αφ’ ετέρου δε εκφράζεται στην δύναμη της «ως αγάπης, γλυκύτητος και συντριβής καρδίας». Τονίζει λακωνικώς ότι οι άνθρωποι που ζουν στον κόσμο μπορούν με την προσευχή αυτή να επιτύχουν και τους δύο αυτούς στόχους, δηλαδή την αντιμετώπιση των προσβολών του κακού και την ενοποίηση των δυνάμεων της ψυχής. Όμως για τους μοναχούς η «μονολόγιστος προσευχή» «αποτελεί την αφετηρίαν ενός θειοτάτου αγώνος και την προϋπόθεσιν μιας ατέρμονος εν έρωτι Θεού βιώσεως και θεολογίας».

Καταλήγοντας στον πρόλογό του εκφράζει τον πόθο του, αλλά και διατρανώνει και την προσευχή του «όπως ο ορθόδοξος λαός μας επανεύρη την προσευχήν της καρδίας, υπέρ της οποίας ηγωνίσθησαν μεγάλοι θεολόγοι Πατέρες, εν οις ο μέγας άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ο κήρυξ της Χάριτος».

Σε αυτόν τον μικρό πρόλογο φαίνεται μια θαυμαστή Θεοκλητιανή ισορροπία, αφού κάνει λόγο για Εκκλησία, για θεολογία, για συμμετοχή στα Μυστήρια, και για την εξάσκηση του ανθρώπου στην νοερά μονολόγιστη προσευχή.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε όλο το βιβλίο αυτό, με την μορφή διαλόγου, αναφέρονται ύψιστα θέματα πνευματικής ζωής, που συνδέονται με την ευχή και την νοερά ησυχία, όπως η σχέση μεταξύ της νοεράς προσευχής και της θεωρίας του Θεού, η αφάνταστος και ανίδεος προσευχή, οι θείοι έρωτες του αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου, το κτιστό και το άκτιστο Φως κλπ.

Στο βιβλίο αυτό διαβάζουμε την περιγραφή του Μοναχού Ν. για την ζωή του ησυχαστού Γέροντός του που ζούσε στο «θεόκτιστον σπήλαιόν» του, που η «τροφή του ήτο άρτος, άλας και νερό» και «είχε παραδοθή ολοκληρωτικώς εις την αγάπην και την θεωρίαν του Θεού, ώστε να ζη μέσα εις το άκτιστον Φως», που πήγαινε στο Κυριακό κάθε Κυριακή και μεταλάμβανε των αχράντων Μυστηρίων και μάλιστα «περιεπάτει πάντοτε μόνος του σύννους, δια να μη διακοπή η εσωτερική εργασία του, η ευχή και αι θεωρίαι», και μέσα στο Ναό στεκόταν «εις μίαν γωνίαν με το πρόσωπον πάντοτε στην γην και από τα μάτια του έτρεχαν συνεχή δάκρυα, από το πνευματικόν πένθος που είχε εις την καρδίαν του και από την μνήμην του θανάτου» (σελ. 168). Επίσης, ο νέος αυτός Μοναχός περιγράφει την νυχθήμερη πορεία του ησυχαστού Γέροντός του, με διαρκή προσευχή, νήψη και θεωρία Θεού (σελ. 170). Αυτή η ζωή του αειμνήστου εκείνου ησυχαστού τον έκανε να καθοδηγή ορθόδοξα τον υποτακτικό του που του έλεγε: «Αν επιθυμής να φθάσης εις μεγάλα μέτρα, κράτησε την κρυπτήν μελέτην εν καθαρά καρδία. Και αν παραμείνης εις την αδιάλειπτον προσευχήν και εις την μελέτην της θείας Γραφής, θα ανοιγούν οι νοεροί οφθαλμοί της ψυχής και θα γεννηθή μεγάλη χαρά και ένας πόθος άρρητος και δριμύς εις την καρδίαν σου, που θα καίγεται η σαρξ υπό του Πνεύματος, ώστε όλος ο άνθρωπος θα γίνη πνευματικός» (σελ. 173).

Όλα αυτά που περιγράφει ο Γέρων Θεόκλητος δεν είναι άσχετα από την ησυχαστική ζωή που ζούσε ο ίδιος.

Ο Γέρων Θεόκλητος μοναχός Διονυσιάτης με τις προφορικές του συνομιλίες, τις δημόσιες ομιλίες, αλλά και με τα συγγράμματά του, μας έδειξε, με λόγιο τρόπο, τον δρόμο του ορθοδόξου ησυχασμού, ως μόνης προϋποθέσεως βιώσεως του ακτίστου Φωτός, και της σωτηρίας μας. Συγχρόνως μας έδειξε ότι το Άγιον Όρος είναι ο χώρος της εισόδου στην ορθόδοξη ησυχία με όλη την σημασία της λέξεως και οι πραγματικοί αθωνίτες μοναχοί, δεν στοχάζονται, ούτε ασχολούνται με πολλά, αλλά αποκτούν την καθαρότητα του νου τους και την ενοποίηση των διακεχυμένων στον κόσμο δυνάμεων της ψυχής, με την Χάρη του Θεού και τον δικό τους προσωπικό αγώνα, και διαλέγονται κυρίως με τον Θεό. Εάν δε χρειασθή να κάνουν διαλόγους για διάφορα θέματα με τους ανθρώπους, τότε αυτοί οι διάλογοι είναι έκφραση των προσωπικών τους διαλόγων με τον Θεό και της βαθυτάτης σιωπής τους. Το εκφράζει αυτό με πολύ ωραίο τρόπο στο βιβλίο του «Αθωνικοί διάλογοι». Γράφει ο ίδιος ως εισαγωγή σε ένα κεφάλαιο του βιβλίου: «Πρέπει λοιπόν να είναι Μοναχός κανείς, να ζήση την εμπειρίαν της ενότητος του νου, δια να αντιληφθή πόσον δυσάρεστοι είναι αι συζητήσεις, μάλιστα, για θέματα έξω του κύκλου του πνευματικού ενδιαφέροντος» (σελ. 199).

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο σε ένα άρθρο του, αναφερόμενος σε Χριστιανούς που κάθε μέρα περιφέρονται από αίθουσα σε αίθουσα για να ακούνε ομιλίες και μάλιστα ομιλίες που δεν κινούνται στα πλαίσια της Ορθοδόξου Παραδόσεως τους συνιστούσε να κλείνονται στο κελλί τους και να προσεύχονται στον Θεό με την ευχή και να κάνουν την παράκληση (Αθωνικά Άνθη, τομ. Α ).

Ο Γέρων Θεόκλητος Μοναχός Διονυσιάτης έγραφε συνεχώς για την ησυχία, ως προϋπόθεσης γνώσεως του Θεού που είναι η πραγματική άγνοια, η υπερτέρα της ανθρωπίνης γνώσεως, χρησιμοποιώντας λογία γλώσσα και τον φυσικό πλούτο της διανοίας που διέθετε. Και τώρα νομίζουμε ότι απολαμβάνει την ησυχία αυτήν που ο ίδιος δίδαξε, έζησε και εξέφρασε, χωρίς να του χρειάζεται η λογιότητά του.

Στον τάφο κάποιου κοσμικού δημοσιογράφου και σχολιαστή που ήταν ευφυολόγος (Φρέντυ Γερμανός) έγραψαν: «ησυχία». Προφανώς εννοείται ότι τώρα απολαμβάνει την ησυχία. Όμως, αυτό πρέπει να γραφή κυρίως στον τάφο του Γέροντος Θεοκλήτου, αφού για την ησυχία, με την ορθόδοξη σημασία της, έγραψε, αυτήν έζησε και αυτήν δίδαξε. Πιστεύουμε ότι εισήλθε και ζη στον θείο σαββατισμό στην κατάπαυση του Θεού, σύμφωνα με την προς Εβραίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου: «σπουδάσωμεν ουν εισελθείν εις εκείνην την κατάπαυσιν» (Εβρ. δ , 11).

Το πραγματικό μνημόσυνο στον Γέροντα Θεόκλητο είναι να ζούμε και εμείς Κληρικοί και λαϊκοί, μοναχοί και αγιορείτες, αυτήν την κατάπαυση, την ορθόδοξη ησυχία που είναι η μόνη οδός που οδηγεί στην θεωρία του Θεού και ειρηνεύει ολόκληρη την ύπαρξή μας.–

Πηγή: Παρέμβασις