Ράδιο ἈνθοΕυωδίες

Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

Ὁ Γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης, ἕνας λόγιος ἡσυχαστῆς (Α).

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Ο Γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης αναμφιβόλως αποτελεί μια μεγάλη μορφή του συγχρόνου αθωνικού μοναχισμού. Έζησε και εκοιμήθη στο Άγιον Όρος, αλλά εξέφρασε και την ζωή των μυριπνόων ανθέων του Αγιωνύμου Όρους, και γενικά των ορθοδόξων ησυχαστών Πατέρων, όντας και αυτός ένα από τα μυρίπνοα άνθη του Αγίου Όρους και μάλιστα του κοινοβιακού και κελλιώτικου μοναχισμού. Μέσα από το πρίσμα αυτό πρέπει να εξετάζωνται όλες οι άλλες πλευρές του π. Θεοκλήτου, όπως το συγγραφικό και αντιαιρετικό του έργο. Άλλωστε μια αγαπητή του έκφραση που χρησιμοποιούσε σε κείμενα και βιβλία του ήταν η φράση «Αθωνικά άνθη».



Θα επιδιώξω μέσα στον περιορισμένο χρόνο που έχω στην διάθεσή μου να παρουσιάσω αυτήν την πλευρά του π. Θεοκλήτου Διονυσιάτου, ώστε να εξηγηθούν και μερικές «έμμονες» απόψεις του πάνω σε διάφορα θέματα εκκλησιαστικής και θεολογικής ζωής.

1. Προσωπική επικοινωνία μαζί του

Στην δεκαετία του ’60 που για πρώτη φορά προσήγγιζα το Άγιον Όρος, στην αρχή ως ερευνητής στις Βιβλιοθήκες των Ιερών Μονών και στην συνέχεια ως προσκυνητής και αναζητητής των πνευματικών μελισσών, που καλλιεργούσαν το ευλογημένο μέλι της ησυχίας, στα σπήλαια, τα καθίσματα και τα κελλιά στην έρημο και τα Μοναστήρια, από τους πρώτους που συνάντησα ήταν ο π. Θεόκλητος. Ήταν μια σημαντική και αξιοπρόσεκτη φυσιογνωμία της εποχής εκείνης και συνετέλεσε όσο λίγοι στην επάνδρωση του αγιορειτικού μοναχισμού με τον ιδιαίτερο τρόπο του, αλλά και την θεολογική θεμελίωση του ησυχαστικού αθωνιτικού μοναχισμού. Αγαπούσε την ιερά ησυχία και την εξέφραζε χρησιμοποιώντας την λογιότητά του και τον πλούτο της διανοίας του. Ήταν τρόπον τινά πνευματικός διάδοχος του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, του αγίου Νικοδήμου του αγιορείτου και των λεγομένων κολλυβάδων – φιλοκαλικών Πατέρων του Αγίου Όρους.

Όταν επισκεπτόμουν το Άγιον Όρος δεν παρέλειπα να τον συναντώ και να ωφελούμαι από τον χειμαρρώδη, αλλά κυρίως προφητικό του λόγο. Έβλεπε τα εκκλησιαστικά και κοινωνικά πράγματα μέσα από τον ησυχαστικό τρόπο σκέψεως και ζωής που είχε συναντήσει στους ερημίτες και ησυχαστές μοναχούς, αλλά και ο ίδιος είχε ζήσει στην προσωπική του ζωή, και τα έκρινε με εκρηκτικό λόγιο λόγο. Ο λόγος του ήταν στυπτικός και προφητικός.

Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο όταν έγραψα το βιβλίο για τον Προφήτη Σαμουήλ με τίτλο «Ο Bλέπων» το αφιέρωσα σε τρεις μεγάλες σύγχρονες μορφές του αγιορειτικού μοναχισμού που και εμένα με βοήθησαν, μεταξύ των οποίων και τον αείμνηστο π. Θεόκλητο. Έγραφα στην αφιέρωση: «Προσφορά στους Bλέποντας των χρόνων της εξόδου και της εισόδου μου, π. Σωφρόνιο, π. Εφραίμ, π. Παΐσιο και π. Θεόκλητο». Με την φράση «εξόδου μου και εισόδου μου» εννοούσα την έξοδό μου από τον σχολαστικό και ηθικιστικό τρόπο σκέψεως και ζωής και την είσοδό μου στον ησυχαστικό τρόπο σκέψεως των Πατέρων της Εκκλησίας.

Την πρώτη εποχή που επισκεπτόμουν το Άγιον Όρος ζούσαν εκεί ησυχαστές Πατέρες, που περνούσαν την νύκτα με ησυχία και προσευχή, αλλά εμείς, ως φοιτητές την εποχή εκείνη, επηρεασμένοι από τον κοινωνικό και ακαδημαϊκό τρόπο σκέψεως και ζωής, δεν μπορούσαμε να τους εκτιμήσουμε πολύ. Έτσι, ο Γέρων Θεόκλητος, με τον διαλεκτικό τρόπο σκέψεώς του, μας άνοιγε όλη αυτήν την μοναχική και ησυχαστική προοπτική και αποτελούσε, κατά την μεταβατική εκείνη περίοδο, την πνευματική γέφυρα για να περάσουμε από τις ακαδημαϊκές θεολογικές σπουδές στην ερημική ζωή της ιεράς ησυχίας. Αποτελούσε την γέφυρα μεταξύ της ακαδημαϊκής θεολογίας και της χαρισματικής θεολογίας της ερήμου.

Όταν το 1975 κυκλοφόρησε το βιβλίο του με τίτλο «Αθωνικοί διάλογοι» και υπότιτλο «η θεολογία της νοεράς προσευχής» μου το απέστειλε με αφιέρωση και με ένα μικρό καρτάκι όπου έγραφε: «διαδώσατε την ευχή μεταξύ των πνευματικών σας τέκνων». Αυτό απετέλεσε πράγματι ένα προσωπικό μου έναυσμα αφ’ ενός μεν για την περαιτέρω μελέτη σχετικά με την νοερά προσευχή, αφ’ ετέρου δε για την διάδοση της ιεράς αυτής εργασίας μεταξύ των ανθρώπων τους οποίους καθοδηγούσα ως νέος Κληρικός. Μπορώ δε να προσθέσω ότι αποτελούσε και το έναυσμα για την συγγραφή, σε διαλογική μορφή, κατά μίμηση του Γέροντος Θεοκλήτου, του βιβλίου μου «Μια βραδυά στην έρημο του Αγίου Όρους». Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά την κυκλοφορία του βιβλίου αυτού, όταν επισκέφθηκα τον Γέροντα Θεόκλητο συζητήσαμε επί τρεις ώρες διάφορα θέματα της πνευματικής ζωής και στο τέλος μου αφιέρωσε ένα καινούριο του βιβλίο ως εξής: «τρεις ώρες συζήτηση στην έρημο του καθίσματός μου. Θεόκλητος Μοναχός Διονυσιάτης».

Μερικά δείγματα της επικοινωνίας μου θα ήθελα στην συνέχεια να παραθέσω.

Παρά το ότι είχε ασχοληθή με την θεολογία της νοεράς προσευχής και γνώριζε όλα τα μυστικά αυτής της ιεράς εργασίας, εν τούτοις βρήκε ευκαιρία να επαινέση το σχετικό για την ευχή βιβλίο μου, γράφοντας:

«Νέο βιβλίο νηπτικής πνευματικότητος μας χάρισε η εν Θεσσαλονίκη «Ορθόδοξος Κυψέλη» με τον παραπάνω τίτλο. Πρόκειται για ένα «εκ του φυσικού» διάλογο ενός ιερομονάχου και ενός ησυχαστού του Αγίου Όρους.

Στον διάλογο θίγονται πνευματικά προβλήματα με κέντρο την νοερά προσευχή, τα διάφορα στάδιά της, τους τρόπους ενεργείας της, τους πολέμους του διαβόλου, τις ενδεχόμενες πλάνες, την επίσκεψη της χάριτος και γίνεται λόγος για τα πάθη της ψυχής και για την πατερικήν απάθεια.

Σε γλώσσα ρέουσα δημοτική, ο διάλογος γίνεται ζωντανός και ευχάριστος κι’ έτσι επενδύεται ελκυστικά η τραχειά και βαθειά πνευματική εμπειρία του ησυχαστού, που φαίνεται καθαρά, ότι έμαθε «δια μακαρίου πάθους» τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών.

Άξιος ο μισθός του συγγραφέως ιερομονάχου, που καλύπτεται ταπεινοφρόνως υπό τα στοιχεία Α.Ι.Β.» (Αθωνικοί Διάλογοι τομ. 53-54 σελ. 30).

Την άνοιξη του 1994 του απέστειλα ένα μικρό κείμενο με τίτλο «Η εμπειρία και η ορολογία του προσώπου» και εκείνος μου απάντησε με επιστολή που φέρει την ημερομηνία: «α εβδομάδα των Νηστειών 1994».

Ο π. Θεόκλητος στην επιστολή αυτή βρίσκει την ευκαιρία να εκφράση τα αισθήματα που τρέφει απέναντί μου, με την μεγάλη του αγάπη που τον διακατείχε, αλλά και να εντοπίση και τους κινδύνους:
«Έλαβα προχθές το δοκίμιόν σου, που συνώψισες στοιχεία δογματικής και πνευματικότητος για ν' αναδείξης την θεμελιώδη αρχή της εν Χριστώ εμπειρίας, ως της μόνης οδού ευρέσεως και βιώσεως της Αληθείας, και σ' ευχαριστώ και συγχαίρω.

Σε μετέφερε ο Κύριος από το μόδιον της Εδέσσης σε κέντρον, απ' όπου αναχωρούν όλες οι γραμμές της δραστηριότητος του Θεού και των δαιμόνων, αλλά και των ανθρώπων, «ίνα λάμπης εν όλη τη οικία». Σε παρακολουθώ μακρόθεν και εγγύς με χαρά και ανησυχία, από την ύψωση των μετοχών σου. Διο και προσεύχομαι εκτενώς να σε σκεπάζει ο Κύριος, ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου και πάντων των αγίων, εξαιρέτως δε του συνωνύμου σου, του μεγάλου και του μείζονος μαθητού Του».

Είναι έμπειρος καθοδηγός και γράφει με διάκριση και προσοχή ως Γέρων σοφός, που προβλέπει πειρασμούς εκ μέρους του διαβόλου και γι' αυτό συμβουλεύει με πατερικό φρόνημα:

«Τοις φρονίμοις ολίγα. Πρόσεχε από τον, κατά τον μέγαν Σιναΐτην, "τρίβολον", όσον μάλιστα είσαι νέος. Είχες από τον Θεόν σκανδαλώδη εύνοιαν και ήδη προκαλείς τον "ωρυώμενον ως λέοντα…". Μνημόνευε Παύλου λέγοντος "ων πρώτος ειμι…" και του εμού Νικοδήμου βιούντος το "κύων τεθνηκώς" "κεχριαίος"».

Επίσης, δεν γράφει τα ανωτέρω εκ καθέδρας, αλλά ταπεινώνεται ενώπιόν μου, ζητώντας προσευχές.
«Σε ασπάζομαι εν Χριστώ και εύχου υπέρ της αθλιότητός μου».

Ακόμη σε υστερόγραφο φαίνεται ότι τον απασχολεί η κατάσταση των εκκλησιαστικών πραγμάτων της εποχής εκείνης, που δημιουργούσε σκανδαλισμό στους πιστούς, γι' αυτό γράφει, υπενθυμίζοντας σχετικό χωρίο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Τι γίνονται τα της Εκκλησίας εκεί; Πάντα ακυβέρνητα; Ο πλους εν νυκτί;».

Τον Οκτώβριο του 1994 του έστειλα διάφορα βιβλία μου, μεταξύ των οποίων και «Το πρόσωπο στην Ορθόδοξη Παράδοση». Στην επιστολή μου αυτή εξεδήλωνα τον σεβασμό μου προς το πρόσωπό του. Μεταξύ των άλλων έγραφα:

«Ασφαλώς γνωρίζετε ότι Σας σέβομαι πάρα πολύ, γιατί έχετε, εκτός των πολλών γνώσεων, και μεγάλη θεολογική και μοναχική ευαισθησία. Είσθε από τους πρώτους αγιορείτας μοναχούς που γνώρισα στη ζωή μου, όταν ως δευτεροετής φοιτητής το 1966 επισκέφθηκα για πρώτη φορά το Άγιον Όρος και διατηρώ έντονα στη μνήμη μου την εικόνα Σας, ως ύπαρξη ενός παραδοσιακού μοναχού, ικανού θεολόγου, αλλά και ευαισθήτου ανθρώπου. Οφείλω να ομολογήσω ότι με έχετε επηρεάσει σε πολλά πράγματα. Η προσφορά Σας είναι ανεκτίμητη και Σας οφείλω πολλά.

Με νοσταλγία αναπολώ τα χρόνια εκείνα, τις συζητήσεις που κάναμε, αφού Σας θεωρούσαμε και Σας θεωρούμε, ως διδάσκαλο της μοναχικής ζωής, αλλά και ως τον τύπο του πραγματικού αθωνίτου μοναχού που συναντούσαμε στα Μοναστήρια. Θα ήθελα πολύ να σας συναντήσω πάλι.

Σας ευγνωμονώ για την καλή ιδέα που έχετε για μένα και το έργο μου. Μπορεί σε μερικά σημεία να κάνω λάθη, αλλά όμως ασφαλώς γνωρίζετε ότι αγαπώ την Εκκλησία και την νηπτική της παράδοση, ζώντας σε μια πραγματική Βαβέλ. Εσείς μου μάθατε ότι το κριτήριο του ορθοδόξου ήθους είναι ο σωστός μοναχισμός. Μερικοί εδώ μου λένε ότι στα βιβλία μου αντί να θεολογώ, ασχολούμαι με την μοναχική ζωή. Τους απαντώ ότι με την Χάρη του Θεού προσπαθώ να θεολογώ, οπότε αποδεικνύεται ότι η «καλογερική» είναι η αληθινή θεολογία.

Παρακαλώ να εύχεσθε για μένα γιατί οι κίνδυνοι είναι πολλοί. Πάντως επιθυμώ να παραμένω στην Εκκλησία, να είμαι τέκνο της, και να με αξιώση ο Θεός να κοιμηθώ εν μέσω των Πατέρων και με τις ευλογίες τους να φύγω από τον κόσμο αυτό.

Και πάλι Σας παρακαλώ να εύχεσθε για μένα και Σας ικετεύω να είσθε επιεικής μαζί μου.

Ο Θεός να Σας έχει καλά, γιατί Σας θεωρώ ένα από τα παλαιά και βασικά στηρίγματα του Αγίου Όρους. Για μας τους παλαιούς προσκυνητάς του Αγίου Όρους αποτελείτε ζωντανή ιστορία, σύμβολο, ανάμνηση των εφηβικών αναζητήσεων αλλά και των εκπλήξεων» (7-10-1994).

Ο Γέρων Θεόκλητος μου απάντησε με μια κάρτα και σύντομο λόγο, αλλά αργότερα το Πάσχα του 1995, αφού διάβασε το βασικό βιβλίο που του έστειλα μου απέστειλε μια πολύ ωραία ιδιόχειρη επιστολή, όπως πάντα, αποκαλώντας με «σεβαστόν και αγαπητόν», καίτοι ήμουν Πρεσβύτερος, πράγμα που δείχνει την ταπείνωσή του. Μερικά αποσπάσματα από την επιστολή αυτή είναι χαρακτηριστικά.

Στην αρχή αναφέρεται στο βιβλίο που του απέστειλα για το «Το πρόσωπο στην ορθόδοξη παράδοση».

«Φίλτατέ μου, εύχομαι, όπως ο Κύριός μας Ιησούς σε φωτίζει αδιαλείπτως. Έλαβα το ωραίον βιβλίον σου, που καινοτομήτως, ετύπωσες έγχρωμον και με εναρμόνηση του συνόλου. Βέβαια ευρίσκεται κι αυτό μέσα στα πλαίσια της σπουδής σου, για την οικοδομή του λαού μας. Πάντως θα ωφελήση, όπως και τα άλλα….. Πάντως χαίρω και συγχαίρω για τον ζήλον και την διδασκαλία στον πιστόν λαόν όλων των επιπέδων».

Έπειτα, αναφερόμενος σε ένα από τα πρώτα βιβλία μου το «Μια βραδυά στην έρημο του Αγίου Όρους» μου κάνει μια πρόταση.

«Μια πρόταση. Δεν θα ηύξανε το κύρος του βιβλίου, αν σε νέα έκδοση εγράφετο στην συνέχεια του προλόγου: ‘’Τωρα που εκοιμήθη ο μέγας θεολόγος ρώσος ιερομόναχος Σωφρόνιος, αισθάνομαι την ανάγκην να αποκαλύψω, ότι το βιβλίον δεν παρήχθη σε μια νύχτα στο Άγιον Όρος, αλλά σε δύο νύχτες• στην δεύτερη στο Essex’’. Γνώμην δίδωμι και να γραφεί ως υπότιτλος: "και μια νύχτα στο Essex , με τον Γέροντα Σωφρόνιον"».

Μαζί με τα ανωτέρω κάνει λόγο για τα δικά του βιβλία με μια έκφραση ταπεινώσεως και αυτομεμψίας.

«Τώρα που έφθασα στα 80 και διαβάζω τα πρωτόλειά μου, σκέπτομαι αν δεν θα ήταν καλύτερα να ανέβαλλα για μια εικοσαετία την συγγραφή, ώστε να γράφωνται με μεγαλυτέραν εύροιαν, με πλείονα φωτισμόν και με εντονώτερη μέθεξη; Δεν σου κάνει εντύπωση ότι ένας μέγας Σωφρόνιος έγραψε ελάχιστα βιβλία; Ας είναι. Ο Θεός βλέπει τις καρδιές και ανταποδίδει κατά την προαίρεση εκάστου».

Τα δύο αυτά προηγούμενα αποσπάσματα δείχνουν τον μεγάλο σεβασμό που έτρεφε προς τον Αρχιμ. Σωφρόνιο Σαχάρωφ, τον οποίο θεωρούσε μεγάλο ησυχαστή και θεολόγο, ο οποίος όχι μόνον είχε εμπειρίες του Θεού, αλλά είχε και την δυνατότητα να γράφη για τον ησυχασμό.

Επειδή εκείνη την εποχή η Ελλάδα είχε συνταραχθή από τα γεγονότα της Αττικής και της Λάρισας και είχαν σκανδαλισθή πολλοί άνθρωποι, ο Γέρων Θεόκλητος κάνει λόγο και για το θέμα αυτό. Τον ενδιαφέρει η δική μου άποψη, και θέλει να μάθη πως αντιμετώπιζα τα γεγονότα αυτά, μια που βρισκόμουν μέσα στο κέντρο των καταστάσεων αυτών, αφού τότε υπηρετούσα ως Ιεροκήρυξ και Διευθυντής Νεότητος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Γράφει:

«Ευρισκόμενος εις τα πρόσω του πυρός των εκκλ.(σιαστικών) ερίδων, δεν γνωρίζω πως αντιμετωπίζεις το όλον πρόβλημα και αγνοώ αν διάβασες το βιβλίον μου σχετικώς. Πάντως έχω παράπονο που δεν σχολιάσθηκε και δεν είχε κίνηση, όπως μου γράφουν από την ’’Χριστιανικην’’ που το διακινούν. Είεν. Το θεωρώ ωφέλιμον».

Και τελειώνοντας αυτήν την επιστολή του αισθάνεται την ανάγκη να εκφράση κάτι που αισθανόταν μέσα στην καρδιά του και που δείχνει ότι ήθελε η καρδιά του να είναι ελεύθερη από κάθε παράπονο αδελφού του. Στο κομμάτι αυτό που θα παραθέσω φαίνεται το ησυχαστικό κλίμα μέσα στο οποίο ζούσε και παρά την λογιότητά του ήταν ένας γνήσιος ησυχαστής.

«Σε τρισέλιδο γράμμα σου απήντησα με μια κάρτα - εικόνα της Παναγίας. Όμως μου έμεινε ένα ερωτηματικόν: γιατί έγραψες την επιστολή αυτή; μήπως υπάρχει κάποια λανθάνουσα δυσαρέσκεια και δεν γνωρίζω τον λόγον; Μήπως νομίζεις ότι πρέπει ν’ απαλλαγώ από την ιδέα, ότι έχω λυπήσει τον προσφιλέστατόν μου ιερομόναχον Ιερόθεον;»

Και την επιστολή του κατακλείει:

«Ασπάζομαί σε εν φιλήματι Αγίω ο πάντοτε φιλών σε Θεόκλητος μοναχός Διονυσιάτης» (Πάσχα 1995).

Η θαυμάσια αυτή επιστολή, η οποία αποτυπώνει καθαρά την προσωπικότητα του π. Θεοκλήτου, με προκάλεσε να απαντήσω στον σεβαστό Γέροντα. Θα παραθέσω το κείμενο της απαντητικής αυτής επιστολής, για να φανή πως εκτιμούσα από τότε την προσωπικότητά του και ποιά επίδραση άσκησε στην ζωή μου από τα φοιτητικά μου ακόμη χρόνια, ως ηγετική μορφή του Αγίου Όρους, αλλά και ποιά γνώμη εξακολουθώ να τρέφω για τον αείμνηστο Γέροντα:

«Έλαβα το γράμμα σας και ευχαριστώ θερμότατα για τα γραφόμενα. Κατ’ αρχάς πρέπει να Σας διαβεβαιώσω ότι θεωρώ ιδιαίτερη τιμή που αξιώθηκα να Σας γνωρίσω από τα φοιτητικά μου χρόνια και ακόμη περισσότερο που τιμάτε την μικρή και πτωχή προσφορά μου στον λαό του Θεού. Δεν έχω την γνώμη ότι κάνω κάτι σπουδαίο, απλώς προσπαθώ να παρουσιάσω την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας στην σύγχρονη ταραχώδη εποχή. Και αυτό το κάνω με τα κριτήρια που πήρα από Σας και άλλους μοναχούς που συνάντησα στο Άγιον Όρος και αλλού.

Αυτό το γράφω γιατί δεν πρέπει να έχετε κανένα λογισμό ότι έχω κάποια δυσαρέσκεια για Σας και κάποιο παράπονο μαζί Σας. Δεν αισθάνομαι ότι με αδικήσατε. Αντίθετα μάλιστα αισθάνομαι ότι από παλαιοτέρους χρόνους μέχρι σήμερα με βοηθάτε ποικιλοτρόπως. Και αν κάποτε διατυπώνετε τις σκέψεις Σας και δίδετε μια συμβουλή έχετε όλο το δικαίωμα να το κάνετε. Άλλωστε, η ηλικία Σας, η θεολογική Σας κατάρτιση, η αγιορείτική Σας συνείδηση, η πνευματική Σας ωριμότητα και η πολυχρόνια άσκησή Σας, επιβάλλουν τέτοιες παρεμβάσεις.

Επομένως, δεν έχω κάποιο παράπονο μαζί Σας. Αντίθετα μάλιστα, όπως έλεγα προηγουμένως, χαίρομαι κάθε σκέψη σας και κάθε συμβουλή Σας, γιατί γνωρίζω ότι προέρχεται από καρδιά απηλλαγμένη από ποικίλα πάθη.

Πιθανόν μια φράση μου, δια της οποίας Σας παρακαλούσα να κρίνετε με επιείκεια ένα έργο μου, που Σας είχα στείλει, Σας οδήγησε στο συμπέρασμα ότι έχω μια δυσαρέσκεια μαζί Σας. Όμως, αυτό το έγραφα μόνο και μόνο επειδή ανεγνώριζα την προσωπικότητά Σας και την θεολογική Σας κατάρτιση. Υπήρχε μέσα μου η αίσθηση ότι είμαι ένα μειράκιο μπροστά Σας. Αισθανόμουν δέος για το έργο που έχετε επιτελέσει. Δεν μπορώ ποτέ να ξεχάσω τις στιγμές εκείνες, που Σας συναντούσαμε, πριν από τριάντα περίπου χρόνια, στο Άγιον Όρος, ανώριμα τότε παιδιά και μέναμε με ανοικτό το στόμα μπροστά στον πλούτο της σοφίας Σας. Άλλωστε, ο Χριστός το είπε: «Ουκ έστι μαθητής υπέρ τον διδάσκαλον ουδέ δούλος υπέρ τον κύριον αυτού. αρκετόν τω μαθητή ίνα γένηται ως ο διδάσκαλος αυτού,...» (Ματθ. ι , 24-25).

Βέβαια καλό θα ήταν να μη γράφω βιβλία. Όμως, υπάρχει μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθή. Βρίσκομαι με την Χάρη του Θεού στην Αθήνα και είμαι υποχρεωμένος να ομιλώ, να διοργανώνω συνέδρια, να κάνω εκπομπές στον Ραδιοφωνικό Σταθμό της Εκκλησίας κλπ. Συνηθίζω δε να μη προχειρολογώ. Έτσι, αφού τα κείμενα αυτά είναι έτοιμα, αντί να παραμένουν στην αφάνεια, δημοσιεύονται. Μπορεί μερικά να είναι ατελή, αλλά όμως στη βάση τους δεν αφίστανται της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Νομίζω ότι ο Θεός βλέπει την εσωτερική διάθεση. Πιστεύω ότι η Εκκλησία με την πάροδο του χρόνου θα απορρίψη τα ημιτελή και ατελή έργα και θα κρατήση τα ωφέλιμα. Πιθανόν, αν είχα κάποια άλλη διακονία στην Εκκλησία, να μην έγραφα. Τώρα αυτό το αισθάνομαι ως καθήκον.

Τα δικά Σας κείμενα, δημιούργησαν προβληματισμό σε πολλούς ανθρώπους, προκάλεσαν ζυμώσεις πνευματικές και ετάραξαν τα λιμνάζοντα ύδατα. Εγώ όπως και πολλοί άλλοι, Σας οφείλουμε πολλή ευγνωμοσύνη. Μπορεί Εσείς με την ταπείνωση που Σας χαρακτηρίζει να ομιλήτε διαφορετικά δια το έργο Σας, αλλά νομίζω η Εκκλησία θα το εκτιμήση, όπως και το εκτιμά. Πιστέψτε με, π. Θεόκλητε, ότι μιλώ ειλικρινά. Σας θεωρώ ως από τους τελευταίους μεγάλους Γέροντες που ζουν στην εποχή μας.

Με ρωτάτε για το σύγχρονο εκκλησιαστικό πρόβλημα και πως το αντιμετωπίζω. Θα ήθελα να σας πω ότι συμφωνώ με όσα γράψατε γι’ αυτό. Μερικοί δεν καταλαβαίνουν τα γραπτά Σας γιατί μιλούν άλλες γλώσσες και διακατέχονται από άλλα «πνεύματα». Όποιος έχει εκκλησιαστικό φρόνημα διακρίνει την ορθότητα των σκέψεών Σας. Το ότι, όπως λέτε, δεν σχολιάζω τις προτάσεις σας, και δεν κυκλοφορούν τα βιβλία που έχετε γράψει για το θέμα αυτό, είναι γιατί υπάρχει μεγάλη σύγχυση μεταξύ των Χριστιανών. Κάποτε είχατε πη ότι σήμερα γίνεται λόγος για την θεολογία των Πατέρων, και τι λέγουν οι Πατέρες, αλλά δεν μιλούν πολύ για το πως θεολογούν οι Πατέρες. Αυτό είναι το βαθύτερο πρόβλημα της εποχής μας.

Σχετικά με το λεγόμενο εκκλησιαστικό πρόβλημα πρέπει να Σας πω ότι βλέπω όλες τις τραγικότητές του. Δεν θέλησα όμως να γράψω κάτι, αν και σε όλα τα γραπτά μου υπάρχουν θετικές κρίσεις, γιατί ήμουν βέβαιος ότι θα παρεξηγηθή η προσπάθειά μου αυτή. Επειδή είμαι Αρχιμανδρίτης - Πρεσβύτερος πολλοί θα εκλάμβαναν αυτήν την ενέργεια ως προσπάθεια αναδείξεώς μου στην Διοίκηση της Εκκλησίας. Πολλές φορές θέλησα να Σας γράψω και να Σας επαινέσω για την προσπάθεια αυτή, αλλά και πάλι ανέβαλα για να μη παρεξηγηθή η ενέργειά μου αυτή.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δέχομαι εν σιωπή ένα μαρτύριο, εκκλησιαστικό και προσωπικό. Γιατί όπως αντιλαμβάνεσθε δέχομαι κρίσεις πανταχόθεν. Έτσι, τηρώ την στάση που τήρησε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς σε μερικές κρίσιμες στιγμές κατά την διάρκεια του αγώνος του. Ζω ουσιαστικά εν απομονώσει, ασχολούμενος με θεολογικά θέματα, και μελετώντας την διδασκαλία των θεουμένων αγίων μας.

Από όσα Σας έγραψα είδατε λίγο τον αγώνα μου. Μακάρι να ήμουν μακρυά από την δίνη των εκκλησιαστικών ερίδων, μακάρι να βρισκόμουν πολλές βραδυές στην έρημο του Αγίου Όρους η έστω και μια βραδυά στο ESSEX. Αλλά, τελικά, ο Θεός με οδήγησε σε αυτόν τον «δυσώνυμο κόσμο». Παρακαλώ εύχεσθε για μένα. Θεωρώ την προσευχή Σας ως πολυτιμώτατο θησαυρό» (12-5-1995)

Όταν εξελέγην Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, στον τόπο της γενετείρας του, εκτός του ότι τον εμνημόνευσα στον χειροτονητήριο λόγο μου, του απέστειλα επιστολή για να ζητήσω την ευλογία του και τις προσευχές του. Και όταν αργότερα του ζητούσα την γνώμη του για διάφορα θέματα, εκείνος αισθανόταν ότι είναι ευλογία του Θεού, το ότι συνεχίζεται ο διάλογος δι’ επιστολών που γινόταν μεταξύ του Επισκόπου Ευρίπου Ιεροθέου και του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου και έγινε αφορμή να γραφή το «Συμβουλευτικόν εγχειρίδιον, ήτοι περί φυλακής των πέντε αισθήσεων».

Όταν τον Φεβρουάριο του 1998 μου απέστειλε ένα βιβλίο του, μου το αφιέρωσε με τα εξής λόγια: «Στον πολυσέβαστό μου αρχιερέα και Επίσκοπον των Χριστιανών της γενετείρας μου Ναυπάκτου κυρ Ιερόθεον, ισχυρόν την φρένα, νεαρόν την ηλικίαν, λαμπρόν θεολόγον και σεμνόν τους τρόπους με την ευχήν και παράκλησιν το μεν να προβαίνει υψούμενος και τελειούμενος, τα δε να προσεύχεται και υπέρ της ταπεινότητός μου, ίνα καγώ χαίρομαι και δοξάζω τον Κύριον. Θεόκλητος Μοναχός Διον.».

Παρέθεσα αυτήν την αφιέρωση κυρίως για να φανή το ταπεινόν και ανεπίφθονον ήθος του, ο σεβασμός του στην αρχιερατική χάρη και το εκκλησιαστικό του φρόνημα. Με την μεγάλη αγάπη που είχε σε συνδυασμό με την ταπείνωσή του υπερεκτιμούσε τα δικά μου προσόντα και χαρίσματα. Έτσι οι «μεγάλοι» μέσα στον χώρο της Εκκλησίας αφήνουν χώρο να αναπτυσσόμαστε και εμείς.

Όταν του απέστειλα το βιβλίο μου για τον αείμνηστο Μητροπολίτη Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας κυρό Καλλίνικο μου έγραψε μεταξύ των άλλων:
«Έχω μίαν αναπαλαιωθείσαν ι(εράν) εικόνα της Παναγίας, δώρον του τότε Δημητριάδος, ανηρτημένην στο κελλίον μου μεταξύ άλλων 18 της Παναγίας, διαφόρων τύπων. Και δις της ημέρας ασπαζόμενος όλες έλεγα: Θεοτόκε φώτιζε τον Επίσκοπον. Τώρα λέγω φώτιζε, ενίσχυε και κατεύθυνε τον Αρχιεπίσκοπον.

Τι προοιμιάζουν ταύτα; Ότι όταν θα βλέπω το ογκώδες βιβλίον σας, λησμονώντας όσα καθ’ υπερβολήν ως αφιέρωση γράψατε, θα λέγω ευχές ανάλογες. Και μίαν σύσταση στον φίλον Επίσκοπον, δι’ ον λόγον ‘’δεκάπηχυς γίνομαι’’: Να διαβάζετε μίαν φοράν την ημέραν την επιστολήν του ομωνύμου σας εξαδέλφου του Αγίου Νικοδήμου και την απάντηση» (Δ Κυριακή των Νηστειών 1999).

Το απόσμασμα αυτό δείχνει την αγάπη του αείμνηστου Γέροντος στην Παναγία που εκδηλώνεται με παιδικότητα και απλότητα, την αγάπη του στους επιστολογράφους του και τους φίλους του, για τους οποίους διαρκώς προσευχόταν και την ησυχαστική του παράδοση όπως εκφράζεται στην αλληλογραφία μεταξύ του επισκόπου Ευρίπου Ιεροθέου και του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. Ο αείμνηστος Γέροντας ήθελε οι Επίσκοποι να ζουν μέσα στην ησυχαστική παράδοση της Εκκλησίας μας.

Στην ίδια επιστολή αναφερόμενος στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως, πριν ακόμη ανακύψουν τα γνωστά προβλήματα, δίνει πάλι μια άλλη ησυχαστική πλευρά της ζωής του. Γράφει: «Με το ιερόν Μοναστήριον πως πάτε; Είναι για Σας ο εκγυμνάζων την ψυχήν Σας πειρασμός».

Μια επιστολή του μου έδωσε αφορμή να αντιληφθώ κάπως διαφορετικά τα γραφόμενά του. Γι’ αυτό ο Γέροντας Θεόκλητος με πολύ ωραίο τρόπο μου έγραψε: (9/22.5.1999):

«Ευλογημένε Ιεράρχα, με κάνατε και εγέλασα για να μην εκπλαγώ. Πως εσείς ο τοιούτος και τηλικούτος συγγραφεύς υπέστητε αυτήν την παρανόηση;». Και ύστερα από τις απαραίτητες εξηγήσεις έγραφε: «Απήντησα στην από 2.3.99 επιστολή Σας περισσότερον να επικαλεσθώ τις άγιες ευχές Σας και να υποβάλω τα βαθύτατα σέβη μου, παρά να Σας διορθώσω».

Αυτό δείχνει την ευαίσθητη καρδιά του και την ευγένειά του.

Γενικά, όπως φαίνεται στα αποσπάσματα που παρέθεσα, ο Γέρων Θεόκλητος ήταν ένας αγιορείτης Μοναχός με καλογερική καρδιά και ευαισθησία. Δίδασκε, διόρθωνε, έδειχνε αγάπη, διακατεχόταν από αυτομεμψία, αγαπούσε τον Θεό και την Παναγία, την έφορο του Αγίου Όρους, ζούσε ησυχαστικά και μερικές φορές εκδηλωνόταν και δυναμικά. Συγχρόνως σε μερικές περιπτώσεις συμπεριφερόταν ως ένα μεγάλο αγιορείτικο παιδί. Δεν είμαι εκείνος που θα μετρήση τα μέτρα αρετής στα οποία έφθασε, αλλά σίγουρα αγαπούσε τον Θεό, την Παναγία, την Εκκλησία, τους αγίους και την ησυχαστική παράδοση, που είναι η απλανής μέθοδος θεραπείας του ανθρώπου.

Σε μια από τις τελευταίες τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχαμε, ύστερα από κάποια περιπέτεια της υγείας του, μου είπε αποκαλυπτικά: «Σεβασμιώτατε, ο Θεός με λυπήθηκε και με άφησε ακόμη να ζήσω για να μετανοήσω. Παρακαλώ να εύχεσθε για μένα να μετανοήσω».

(συνεχίζεται...)

Πηγή: Παρέμβασις