Ράδιο ἈνθοΕυωδίες

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

Ἡ Ἁγία Γραφή τήν περίοδο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς.

π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν
Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Μεγάλη Σαρακοστή», ἐκδόσεις «Ἀκρίτας»

Η προσευχή της Εκκλησίας είναι πάντοτε βιβλική, που θα πει εκφράζεται με τη γλώσσα, τις εικόνες και τα σύμβολα των Αγίων Γραφών. Αν η Αγία Γραφή περιέχει τη Θεία Αποκάλυψη στους ανθρώπους, είναι επίσης και η εμπνευσμένη ανταπόκριση του ανθρώπου στην Αποκάλυψη και επομένως είναι το υπόδειγμα και το περιεχόμενο της προσευχής, της δοξολογίας και της λατρείας. Χιλιάδες χρόνια λόγου χάρη πέρασαν από τότε που συντάχτηκαν οι Ψαλμοί και όμως όταν ο άνθρωπος αισθάνεται την ανάγκη να εκφράσει τη μετάνοια, το συγκλονισμό ολόκληρου του είναι του στην πρόκληση του θείου ελέους, βρίσκει, ακόμα και τώρα, σαν τη μόνη επαρκή έκφραση, τον ψαλμό της μετάνοιας: «ελέησόν με, ο Θεός!» Κάθε διανοητική κατάσταση του ανθρώπου μπροστά στο Θεό, στον κόσμο και στους άλλους ανθρώπους, από την ακαταμάχητη χαρά της Παρουσίας του Θεού ως την αβυσσαλέα απογοήτευση του εξόριστου ανθρώπου, την αμαρτία και την αλλοτρίωση, βρήκε την πιο τέλεια έκφρασή του σ' αυτό το μοναδικό βιβλίο. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο η Αγία Γραφή αποτελεί Την καθημερινή τροφοδοσία της Εκκλησίας, το μέσο της λατρείας της και της αυτοοικοδομής της.


Στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής αυξάνεται πολύ περισσότερο η έμφαση στη βιβλική διάσταση της λατρείας. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι οι σαράντα μέρες της Σαρακοστής είναι, κατά κάποιο τρόπο, η επιστροφή της Εκκλησίας στην πνευματική κατάσταση της Παλαιάς Διαθήκης — στην εποχή πριν από το Χριστό, στην εποχή της μετάνοιας και της προσδοκίας, στην εποχή που η «ιστορία της σωτηρίας» πορευόταν προς το πλήρωμα της εν Χριστώ. Αυτή η επιστροφή είναι απαραίτητη γιατί, αν και ανήκουμε στην εποχή μετά το Χριστό, Τον γνωρίζουμε και «έχουμε βαφτιστεί στ' Όνομά Του», όμως διαρκώς απομακρυνόμαστε από τη νέα ζωή που λάβαμε απ' Αυτόν και αυτό σημαίνει γλίστρημα στην «παλαιά» εποχή. Η Εκκλησία, από τη μια μεριά, βρήκε ήδη «τη θέση» της, γιατί, Εκκλησία είναι η «χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος»· από την άλλη μεριά όμως βρίσκεται «εν πορεία», σ' ένα ταξίδι προσκυνητού — μακρύ και δύσκολο — προς το «πλήρωμα των πάντων εν Θεώ», προς την επάνοδο του Χριστού και το τέλος όλων των αιώνων.

Η Μεγάλη Σαρακοστή είναι η περίοδος κατά την οποία πραγματώνεται αυτή η δεύτερη πλευρά της Εκκλησίας και της ζωής της σαν προσδοκίας και ταξιδιού. Ακριβώς εδώ είναι που η Παλαιά Διαθήκη αποκτάει όλη τη σπουδαιότητά της: σαν Βιβλίο, όχι μόνο προφητειών που έχουν εκπληρωθεί, αλλά σαν ένα βιβλίο του ανθρώπου και γενικά ολόκληρης της δημιουργίας «στην πορεία» τους προς τη Βασιλεία του Θεού.

Δύο βασικές αρχές επικρατούν στη χρήση της Παλαιάς Διαθήκης κατά τη λατρεία της Μεγάλης Σαρακοστής: η «διπλή ανάγνωση του Ψαλτηρίου και η ανάγνωση ουσιαστικά ολόκληρων των τριών βιβλίων: της Γενέσεως, του Ησαΐα και των Παροιμιών.

Οι Ψαλμοί πάντοτε κατέχουν μια κεντρική και πραγματικά μοναδική θέση στη χριστιανική λατρεία. Η Εκκλησία βλέπει μέσα στους Ψαλμούς όχι μόνο την καλύτερη, την πιο επαρκή και τέλεια έκφραση της ανθρώπινης προσευχής, της μετάνοιας, της λατρείας και της δοξολογίας, αλλά μια αληθινή λεκτική εικόνα του Χριστού και της Εκκλησίας, μια αποκάλυψη μέσα στην Αποκάλυψη. Για τους Πατέρες, λέει ένας ερμηνευτής των κειμένων τους: «... μόνο ο Χριστός και η Εκκλησία Του, προσεύχονται, κλαίνε και μιλούν σ' αυτό το Βιβλίο». Γι' αυτό από την αρχή αρχή οι Ψαλμοί αποτελούσαν το θεμέλιο της προσευχής της Εκκλησίας και τη «φυσική γλώσσα» της. Χρησιμοποιούνται δε στη λατρεία πρώτα πρώτα σαν «προκαθορισμένοι Ψαλμοί», δηλαδή σαν μόνιμο υλικό στις καθημερινές ακολουθίες, όπως είναι: ο εσπερινός ψαλμός (Ψ. 103), ο εξάψαλμος (3, 37, 62, 87, 102, 142), και οι ψαλμοί του όρθρου (148, 149, 150), τρεις ψαλμοί στις Ώρες κλπ. Από το Ψαλτήρι διαλέγονται τα Προκείμενα, οι στίχοι για τα «αλληλούια» κ.λ.π. για όλες τις γιορτές και τις ακολουθίες όλου του λειτουργικού χρόνου. Και τέλος ολόκληρο το Ψαλτήρι χωρισμένο σε είκοσι τμήματα που λέγονται καθίσματα, διαβάζεται κάθε εβδομάδα στον Όρθρο και στον Εσπερινό. Αυτή η τρίτη χρήση του Ψαλτηρίου διπλασιάζεται στην περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής, δηλαδή το Ψαλτήρι διαβάζεται όχι μια αλλά δυο φορές κάθε εβδομάδα της Σαρακοστής και μερικοί ψαλμοί περιλαμβάνονται στην Τρίτη και Έκτη Ώρα.

Η «συνεχής ανάγνωση» από τη Γένεση, τον Ησαΐα και τις Παροιμίες έχει την αρχή της στην εποχή που η Μεγάλη Σαρακοστή ήταν ακόμα η προ του Βαπτίσματος περίοδος της Εκκλησίας, οπότε στις ακολουθίες της Σαρακοστής επικρατούσε ο κατηχητικός χαρακτήρας, δηλαδή ήταν αφιερωμένες στη διδασκαλία των κατηχουμένων. Καθένα από τα τρία αυτά βιβλία ανταποκρίνεται σε ένα από τα τρία βασικά θέματα της Παλαιάς Διαθήκης: στην ιστορία της Δημιουργίας του Θεού, στην προφητεία και στην ηθική διδασκαλία.

Το Βιβλίο της Γένεσης δίνει, θα λέγαμε, το «πλαίσιο» της πίστης της Εκκλησίας. Περιλαμβάνει την ιστορία της Δημιουργίας, της Πτώσης, και τελικά την υπόσχεση και την αρχή της σωτηρίας μέσα από τη Διαθήκη του Θεού με τον εκλεκτό λαό Του. Μεταφέρει τις τρεις βασικές διαστάσεις της πίστης της Εκκλησίας στο Θεό σαν Δημιουργό, σαν Κριτή και σαν Σωτήρα. Αποκαλύπτει τις ρίζες της χριστιανικής αντίληψης για τον άνθρωπο που είναι δημιούργημα «κατ' εικόνα και ομοίωσιν Θεού» που απομακρύνθηκε από το Θεό και που παραμένει αντικείμενο της θείας αγάπης και φροντίδας και της τελικής σωτηρίας, φέρνει σε φως το νόημα της ιστορίας σαν ιστορία της σωτηρίας που οδηγείται και ολοκληρώνεται «εν Χριστώ». Αναγγέλλει το μυστήριο της Εκκλησίας μέσα από τις εικόνες και τις αλήθειες του Λαού του Θεού, με τη Διαθήκη, την Κιβωτό κ.λ.π.

Ο Ησαΐας είναι ο μεγαλύτερος απ' όλους τους προφήτες και η ανάγνωση του βιβλίου του στην περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής έχει σκοπό ν' αποκαλύψει μια ακόμα φορά το μέγα μυστήριο της σωτηρίας μέσα από τα Πάθη και τη Θυσία του Χριστού.

Τέλος το Βιβλίο των Παροιμιών είναι η επιτομή της ηθικής διδασκαλίας της Παλαιάς Διαθήκης, του ηθικού νόμου και της σοφίας. Χωρίς την αποδοχή αυτών ο άνθρωπος δεν μπορεί να καταλάβει την αποξένωσή του από το Θεό και έτσι γίνεται ανίκανος ακόμη και να ακούσει τη σωτήρια είδηση της συγγνώμης μέσα από την αγάπη και τη χάρη.

Αναγνώσματα από τα τρία αυτά βιβλία διαβάζονται κάθε μέρα από τη Δευτέρα ως την Παρασκευή στην περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής: η Γένεση και οι Παροιμίες διαβάζονται στους Εσπερινούς και ο Ησαΐας στην Έκτη Ώρα. Και παρά το γεγονός ότι η Μεγάλη Σαρακοστή από παλιά έχει πια σταματήσει να είναι η περίοδος κατήχησης για την Εκκλησία, ο αρχικός σκοπός αυτών των αναγνωσμάτων διατηρεί τη σπουδαιότητά του. Η χριστιανική πίστη μας έχει ανάγκη απ' αυτή την  ετήσια επιστροφή στις βιβλικές ρίζες της και στις πηγές της για να μη σταματάει η αύξησή μας στην κατανόηση της Θείας Αποκάλυψης. Η Αγία Γραφή δεν είναι συλλογή δογματικών «προϋποθέσεων» που πρέπει να τις αποδεχτούμε και να τις απομνημονέψουμε μια για πάντα, αλλά είναι η ζώσα φωνή του Θεού που μας μιλάει πάλι και πάλι και που μας βάζει όλο και πιο βαθιά στα ανεξάντλητα πλούτη της Σοφίας και της Αγάπης Του. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τραγωδία στην Εκκλησία μας από τη σχεδόν τέλεια άγνοια που έχουν τα μέλη της για τις Άγιες Γραφές και ακόμα χειρότερη είναι η τέλεια αδιαφορία τους γι' αυτές. Αυτό που για τους Πατέρες της Εκκλησίας και για τους Αγίους ήταν μια  ανεξάντλητη χαρά, ενδιαφέρον, πνευματική και διανοητική τροφή, είναι για πολλούς ορθόδοξους χριστιανούς σήμερα ένα αρχαιολογικό κείμενο χωρίς κανένα νόημα για τη ζωή τους. Θα θέλαμε να ελπίζουμε ότι καθώς θα αποκαλύπτεται σιγά σιγά το πνεύμα και η σημασία της μεγάλης Σαρακοστής θα γίνει αυτή η αποκάλυψη και για τις Άγιες Γραφές σαν αληθινή πνευματική τροφή και επικοινωνία με το Θεό.